Γερμανικό δικαστήριο (Πρωτοδικείο) δικαίωσε προσφάτως γερμανό μικρο-ομολογιούχο, ο οποίος είχε ζητήσει το 2010 από την εναγόμενη Τράπεζα (Commerzbank), στο πλαίσιο της επερχόμενης πρόωρης συνταξιοδότησής του, την αναδιάρθρωση και τοποθέτηση των καταθέσεών του σε ασφαλή προϊόντα, τα οποία θα είχαν μεσαίες αποδόσεις και, εξαιτίας του προχωρημένου της ηλικίας του, θα είχαν σύντομη διάρκεια λήξης. Υπό το πρίσμα αυτό η εναγόμενη Τράπεζα πρότεινε στον ενάγοντα την αγορά Ομόλογων Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ), δεδομένου ότι τα εν λόγω ομόλογα είχαν σύντομη ημερομηνία λήξης (στη διετία).

Πρέπει να σημειωθεί -όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης- ότι ο πελάτης της Τράπεζας γνώριζε τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο που υποκρύπτεται με την αγορά οποιουδήποτε κρατικού ομολόγου. Όμως, το γερμανικό δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη γνώση αυτή του αγοραστή των ομολόγων, δικαίωσε τον μικρο-ομολογιούχο, καθώς ο υπάλληλος της Τράπεζας, παρά την ύπαρξη αντίθετων δεδομένων ως προς την επικινδυνότητα της τοποθέτησης των χρημάτων σε ελληνικά ομόλογα, ήταν πεπεισμένος για την διαχείριση του κινδύνου των ελληνικών ομολόγων.

Η πεποίθηση του υπαλλήλου εδράζονταν στη θέση ότι σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής του ομολόγου από την Ελλάδα, ο συγκεκριμένος κίνδυνος (αδυναμία πληρωμής) θα αντισταθμιζόταν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης ή το ΔΝΤ. Με βάση την πεποίθησή του αυτή, ο υπάλληλος της Τράπεζας συμβούλεψε τον πελάτη της και ο τελευταίος αγόρασε ελληνικά ομόλογα ονομαστικής αξίας 15.000 Ευρώ, με τα γνωστά αποτελέσματα (PSI, «κούρεμα»).

Το γερμανικό Πρωτοδικείο καταδίκασε την εναγόμενη Τράπεζα (Commerzbank) για πλημμελή και εσφαλμένη παροχή συμβουλών εκ μέρους του υπαλλήλου της, ενώ διέταξε την επιστροφή των χρημάτων (κεφαλαίου) που είχαν τοποθετηθεί σε ελληνικά ομόλογα στον ενάγοντα, αφαιρουμένων των ήδη εισπραχθέντων ποσών, καθώς και την επιστροφή των αποκτηθέντων ομολόγων στην Τράπεζα.

Α. Μπώλος