Ουγγρικό δικαστήριο έχει απευθύνει ήδη από την 1η Ιουλίου 2014 μια σειρά από προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔικΕΕ), στην υπόθ. C-312/14, Banif Plus Bank Zrt./Lantos Marton, Lantos Martonne, σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (MiFID = Market in Financial Instruments Directive), σε δανειακές συμβάσεις ελβετικού φράγκου. Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 3606/2007.

Το γραφείο μας εκπροσωπώντας ένα σημαντικό αριθμό δανειοληπτών ελβετικού φράγκου, αναμένει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης, προκειμένου να αξιοποιηθεί επ’ ωφελεία και των πολύπαθων Ελλήνων δανειοληπτών CHF.

Τα ερωτήματα, με τη μορφή που διατυπώθηκαν ενώπιον του ΔικΕΕ, έχουν ως εξής:

1ο Ερώτημα:

Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2 (επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες) και σημείο 17 (χρηματοπιστωτικό μέσο), καθώς επίσης του παραρτήματος Ι, τμήμα Γ.4 (προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος, παράγωγα μέσα), της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Συμβουλίου, αποτελεί χρηματοπιστωτικό μέσο η προσφορά που απευθύνεται στον πελάτη για κατάρτιση πράξεως (συναλλαγματικής ισοτιμίας), η οποία, υπό τη νομική μορφή συμβάσεως δανείου σε ξένο νόμισμα συνίσταται σε αγοραπωλησία τοις μετρητοίς κατά το χρονικό σημείο της αποδεσμεύσεως των κεφαλαίων και επί προθεσμία κατά το χρονικό σημείο της αποπληρωμής, η οποία εκτελείται μέσω της μετατροπής σε φιορίνια ποσού εγγεγραμμένου λογιστικώς σε ξένο νόμισμα και εκθέτει το δάνειο του πελάτη στις διακυμάνσεις και τους κινδύνους (συναλλαγματικός κίνδυνος) της κεφαλαιαγοράς;

2ο Ερώτημα:

Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 6 (διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό), και του παραρτήματος Ι, τμήμα Α.3 (διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό), της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, συνιστά επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα η άσκηση δραστηριότητας διαπραγματεύσεως για ίδιο λογαριασμό όσον αφορά το περιγραφέν με το πρώτο ερώτημα χρηματοπιστωτικό μέσο;

3ο Ερώτημα:

Οφείλει το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα να προβεί σε έλεγχο της καταλληλότητας σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος —η οποία συνιστά επενδυτική υπηρεσία σχετική με παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα— προσεφέρθη ως μέρος χρηματοπιστωτικού προϊόντος (ήτοι, σύμβαση δανείου) καθώς επίσης ότι το παράγωγο μέσο αποτελεί αυτό καθεαυτό σύνθετο χρηματοπιστωτικό μέσο; Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 19, παράγραφος 9, της οδηγίας δεν έχει εφαρμογή λόγω του γεγονότος ότι οι κίνδυνοι τους οποίους αναλαμβάνει ο πελάτης σε σχέση με το δάνειο και το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι θεμελιωδώς διαφορετικοί μεταξύ τους, και κατά συνέπεια καθίσταται απαραίτητος ο έλεγχος της καταλληλότητας στον βαθμό που η πράξη περιλαμβάνει χρηματοπιστωτικό μέσο;

4ο Ερώτημα:

Συνεπιφέρει η παράκαμψη του άρθρου 19, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας την ακυρότητα της συμβάσεως δανείου που συνήφθη μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη;