Αυστριακό δικαστήριο (Εμποροδικείο της Βιέννης) με την από 11.3.2014 απόφασή του δικαίωσε αυστριακό ομολογιούχο, ο οποίος αγόρασε το 2010 ελληνικά ομόλογα αξίας 88.000 Ευρώ. Όπως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης, ο ενάγων υπήρξε μεταξύ άλλων γενικός διευθυντής της αυστριακής ΔΕΗ και άτομο υψηλού μορφωτικού επιπέδου (απόφοιτος πολυτεχνείου, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Stanford των ΗΠΑ), ο οποίος επένδυε τα χρήματά του κυρίως σε ασφαλή ομόλογα και χρεόγραφα χαμηλού κινδύνου, απορρίπτοντας εκείνα με υψηλό ρίσκο.

Στις αρχές του 2010 ο σύμβουλος της Τράπεζας του πρότεινε την αγορά ελληνικών ομολόγων, τα οποία η εναγόμενη αντί να διαβαθμίσει (αξιολογήσει) στη «βαθμίδα 3», δηλαδή υψηλού κινδύνου, τα είχε διαβαθμίσει στη «βαθμίδα 2», δηλαδή αυξημένου κινδύνου. Ο εναγών έχοντας εμπιστοσύνη στις ανωτέρω διαβαθμίσεις και θεωρώντας ότι αυτές είναι ανάλογες και συνάδουν με το επενδυτικό του στόχο, κάτι που τελικά δεν συνέβαινε, προέβη στην αγορά των επίμαχων ελληνικών ομολόγων.

Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, ο ενάγων γνώριζε τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας, ωστόσο δεν υπολόγιζε ότι μία χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να βρεθεί σε αδυναμία πληρωμής. Παρόλα αυτά το δικαστήριο έκρινε ότι για την αγορά των ελληνικών ομολόγων καθοριστική σημασία είχε η εσφαλμένη αξιολόγησή τους από την Τράπεζα, η οποία έπρεπε να έχει διαβαθμίσει τα ελληνικά ομόλογα στη «βαθμίδα 3» και όχι στη «βαθμίδα 2», όπως εσφαλμένα είχε κάνει η τελευταία. Επομένως, η εκτίμηση του κινδύνου των ελληνικών ομολόγων από την Τράπεζα τη δεδομένη στιγμή της αγοράς τους δεν ήταν ορθή, δεδομένου ότι επρόκειτο για επένδυση μεγαλύτερου ρίσκου απ’ αυτόν που επιθυμούσε να αναλάβει ο πελάτης της.

Το αυστριακό δικαστήριο καταδίκασε την εναγόμενη Τράπεζα για πλημμελή και εσφαλμένη παροχή συμβουλών ως προς την αγορά των ελληνικών ομολόγων, ενώ διέταξε την επιστροφή των χρημάτων (κεφαλαίου) που είχαν τοποθετηθεί σε ελληνικά ομόλογα στον ενάγοντα, αφαιρουμένων των ήδη εισπραχθέντων ποσών, καθώς και την επιστροφή των αποκτηθέντων ομολόγων στην Τράπεζα.

Α. Μπώλος