Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορρίπτει με σημερινή του απόφαση, στην υπόθεση Alessandro Accorinti και λοιποί (υπόθ. T‑79/13), αγωγή Ιταλών ομολογιούχων (κατόχων ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου) με αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες κατόπιν, μεταξύ άλλων, της εκδόσεως της αποφάσεως 2012/153/ΕΕ της EKT, της 5ης Μαρτίου 2012, σχετικά με την καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της προσφοράς αυτής για την ανταλλαγή χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 77, σ. 19), καθώς και άλλων μέτρων της ΕΚΤ, σχετιζόμενων με την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους.

—————————————————————————————————————————————————————————————————————

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 7ης Οκτωβρίου 2015 (*)

«Εξωσυμβατική ευθύνη — Οικονομική και νομισματική πολιτική — EKT — Εθνικές κεντρικές τράπεζες — Αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους — Πρόγραμμα επαναγοράς χρεογράφων — Συμφωνία ανταλλαγής χρεογράφων αποκλειστικά προς όφελος των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος — Συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα — Ρήτρες συλλογικής δράσεως — Πιστωτική ενίσχυση υπό τη μορφή προγράμματος επαναγοράς, με σκοπό την ενίσχυση της ποιότητας των χρεογράφων ως εγγυήσεων — Ιδιώτες πιστωτές — Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες — Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη — Ίση μεταχείριση — Ευθύνη απορρέουσα από νόμιμη κανονιστική πράξη — Ασυνήθης και ειδική ζημία»

Στην υπόθεση T‑79/13,

Alessandro Accorinti, κάτοικος Nichelino (Ιταλία), και οι ενάγοντες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα, εκπροσωπούμενοι από τους S. Sutti, R. Spelta και G. Sanna, δικηγόρους,

ενάγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (EKT), εκπροσωπούμενης αρχικώς από την S. Bening και τον Π. Παπαπασχάλη, στη συνέχεια, από την P. Senkovic και τον Π. Παπαπασχάλη και, τέλος, από την P. Senkovic, επικουρούμενους από τους E. Castellani, B. Kaiser και T. Lübbig, δικηγόρους,

εναγομένης,

με αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες κατόπιν, μεταξύ άλλων, της εκδόσεως της αποφάσεως 2012/153/ΕΕ της EKT, της 5ης Μαρτίου 2012, σχετικά με την καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της προσφοράς αυτής για την ανταλλαγή χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 77, σ. 19), καθώς και άλλων μέτρων της ΕΚΤ, σχετιζόμενων με την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Prek, πρόεδρο, I. Labucka και V. Kreuschitz (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της συνεδριάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Το νομικό πλαίσιο

1        Στο άρθρο 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ παρατίθενται οι στόχοι και τα βασικά καθήκοντα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ).

2        Στο άρθρο 2 και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 4, για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ 2010, C 83, σ. 230, στο εξής: καταστατικό) καθορίζονται οι εν λόγω στόχοι και τα εν λόγω καθήκοντα κατά τρόπο πανομοιότυπο.

3        Το άρθρο 18 του καταστατικού προβλέπει:

«1.      Για την επίτευξη των στόχων του ΕΣΚΤ και την εκτέλεση των καθηκόντων του, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν:

–        να συναλλάσσονται στις χρηματαγορές, αγοράζοντας και πωλώντας είτε με οριστικές πράξεις (άμεσης και προθεσμιακής εκτελέσεως) είτε με σύμφωνο επαναγοράς, είτε δανείζοντας και δανειζόμενες απαιτήσεις και διαπραγματεύσιμους τίτλους, εκφρασμένους σε ευρώ ή άλλα νομίσματα, καθώς και πολύτιμα μέταλλα,

–        να διενεργούν πιστοδοτικές και πιστοληπτικές πράξεις με πιστωτικά ιδρύματα και άλλους φορείς της αγοράς, με επαρκή ασφάλεια προκειμένου για δάνεια.

  1. Η ΕΚΤ καθορίζει τις γενικές αρχές για πράξεις ανοικτής αγοράς και πιστωτικές εργασίες που διενεργούνται από την ίδια ή τις εθνικές κεντρικές τράπεζες, περιλαμβανομένης της ανακοινώσεως των όρων υπό τους οποίους δέχονται να μετάσχουν σε συναλλαγές αυτού του είδους.»

4        Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) έχει ορίσει τις γενικές αρχές που διέπουν τις πράξεις ανοικτής αγοράς και τις πιστωτικές εργασίας αρχικώς με την κατευθυντήρια γραμμή της 2000/776/ΕΚΤ, της 31ης Αυγούστου 2000, για τα μέσα και τις διαδικασίες νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος (ΕΚΤ/2000/7) (ΕΕ L 310, σ. 1). Η εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή τροποποιήθηκε εν συνεχεία επανειλημμένως και, εν τέλει, κωδικοποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2012, από την κατευθυντήρια γραμμή 2011/817/ΕΕ της ΕΚΤ, της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα μέσα και τις διαδικασίες νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος (EKT/2011/14) (ΕΕ L 331, σ. 1). Στο παράρτημα I των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, με τίτλο «Γενική τεκμηρίωση για τα μέσα και τις διαδικασίες νομισματικής πολιτικής του ευρωσυστήματος» (στο εξής: γενική τεκμηρίωση), παρατίθενται τα κριτήρια που διέπουν την ενιαία εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, περιλαμβανομένου του ορισμού των «αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων» (σημείο 6). Η EKT διευκρίνισε τον ορισμό αυτόν, πιο πρόσφατα με την κατευθυντήρια γραμμή 2011/817, προσδιορίζοντας, μεταξύ άλλων, με τα σημεία 6.3.1 και 6.3.2 της γενικής τεκμηριώσεως, τα κριτήρια που διέπουν τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την πιστοληπτική διαβάθμιση ή το ελάχιστο όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης όσο και την αυξημένη πιστοληπτική διαβάθμιση για τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία.

 Ιστορικό της διαφοράς

5        Τον Μάιο του 2010, λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσεως που αντιμετώπιζε το Ελληνικό Δημόσιο και των συζητήσεων σχετικά με σχέδιο αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους υποστηριζόμενο από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), διαταράχθηκε η συνήθης αποτίμηση των χρεογράφων της Ελληνικής Κυβερνήσεως στις χρηματαγορές, πράγμα που είχε αρνητικές συνέπειες όσον αφορά τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος της ζώνης του ευρώ.

6        Λόγω της καταστάσεως αυτής, η ΕΚΤ αποφάσισε, με την απόφαση 2010/268/ΕΕ, της 6ης Μαΐου 2010, σχετικά με προσωρινά μέτρα που αφορούν την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων που εκδίδει ή εγγυάται η [Ε]λληνική [Κ]υβέρνηση (EKT/2010/3) (ΕΕ L 117, σ. 102), να αναστείλει προσωρινά τις «ελάχιστες απαιτήσεις του Ευρωσυστήματος για τα ελάχιστα όρια πιστοληπτικής διαβάθμισης, όπως καθορίζονται στους κανόνες του για το πλαίσιο αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας σε σχέση με τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία [στο σημείο] 6.3.2 της Γενικής τεκμηρίωσης» (άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως). Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής, «[το] ελάχιστο όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης που καθορίζει το Ευρωσύστημα δεν εφαρμόζεται στα εμπορεύσιμα χρεόγραφα που εκδίδει η [Ε]λληνική [Κ]υβέρνηση», και «[τα] εν λόγω περιουσιακά στοιχεία συνιστούν αποδεκτές ασφάλειες για τους σκοπούς των πράξεων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, ανεξάρτητα από την εξωτερική τους πιστοληπτική διαβάθμιση». Με το άρθρο 3 της ίδιας αποφάσεως θεσπίζεται ανάλογος κανόνας για τα «εμπορεύσιμα χρεόγραφα που εκδίδουν οντότητες εγκατεστημένες στην Ελλάδα και που εγγυάται πλήρως η [Ε]λληνική [Κ]υβέρνηση».

7        Κατά την αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως 2010/268, μεταξύ άλλων, «[το] εξαιρετικό αυτό μέτρο [θα] εφαρμοστεί προσωρινά, έως ότου το διοικητικό συμβούλιο κρίνει ότι η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος επιτρέπει την κανονική εφαρμογή του πλαισίου του Ευρωσυστήματος για τις πράξεις νομισματικής πολιτικής».

8        Στις 14 Μαΐου 2010, η EKT εξέδωσε την απόφαση 2010/281/ΕΕ, σχετικά με τη θέσπιση προγράμματος για τις αγορές τίτλων (EKT/2010/5) (ΕΕ L 124, σ. 8), βάσει του άρθρου 127, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, και, ιδίως, του άρθρου 18, παράγραφος 1, του καταστατικού.

9        Στις αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 5 της αποφάσεως 2010/281, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«(2)      Λαμβάνοντας υπόψη τις έκτακτες περιστάσεις που επικρατούν σήμερα στις χρηματαγορές, χαρακτηριστικό των οποίων είναι οι ισχυρές εντάσεις που εκδηλώνονται σε ορισμένους τομείς της αγοράς, παρακωλύοντας τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και, κατά συνέπεια, την αποτελεσματική άσκηση νομισματικής πολιτικής προσανατολισμένης στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα, στις 9 Μαΐου 2010 το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε και ανακοίνωσε δημόσια ότι θα πρέπει να θεσπιστεί προσωρινό πρόγραμμα για τις αγορές τίτλων (εφεξής το “πρόγραμμα”). Σύμφωνα με το πρόγραμμα, τόσο οι [εθνικές κεντρικές τράπεζες] της ζώνης του ευρώ, με βάση τα μερίδια συμμετοχής τους στην κλείδα κατανομής για την εγγραφή στο κεφάλαιο της ΕΚΤ, όσο και η ΕΚΤ δύνανται να πραγματοποιούν παρεμβάσεις στις ιδιωτικές και τις δημόσιες αγορές χρεογράφων στη ζώνη του ευρώ, διενεργώντας οριστικές πράξεις απευθείας με τους αντισυμβαλλόμενους.

(3)      Το πρόγραμμα εντάσσεται στην ενιαία νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος και θα τύχει προσωρινής εφαρμογής. Σκοπός του προγράμματος είναι η αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας των αγορών τίτλων και η αποκατάσταση του προσήκοντος μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.

[…]

(5)      Δεδομένου ότι η αγορά αποδεκτών διαπραγματεύσιμων χρεογράφων με οριστικές πράξεις από τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος βάσει του προγράμματος εντάσσεται στην ενιαία νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος, θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους της παρούσας απόφασης.»

10      Κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως 2010/281, που επιγράφεται «Θέσπιση του προγράμματος για τις αγορές τίτλων», μεταξύ άλλων, «οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος δύνανται να αγοράζουν […] στη δευτερογενή αγορά, αποδεκτά διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα που εκδίδουν κεντρικές διοικήσεις ή δημόσιοι φορείς των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ […]». Το άρθρο 2 προβλέπει ως κριτήρια καταλληλότητας των χρεογράφων, μεταξύ άλλων, να είναι αυτά «εκφρασμένα σε ευρώ» και να έχουν εκδοθεί από τις ως άνω κεντρικές διοικήσεις ή δημόσιους φορείς.

11      Σύμφωνα με δελτίο Τύπου της 1ης Ιουλίου 2011 του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IFF), η παγκόσμια ένωση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ανακοινώνει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Το διοικητικό συμβούλιο του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου επιδιώκει, με τα μέλη του και τους λοιπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, σε συνεργασία με τον δημόσιο τομέα και τις ελληνικές αρχές όχι μόνο για να συμβάλλει στην παροχή σημαντικής ταμειακής ρευστότητας στην [Ελληνική Δημοκρατία], αλλά και για να θέσει τις βάσεις ώστε το ελληνικό χρέος να καταστεί περισσότερο βιώσιμο.

Η κοινότητα των ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών δηλώνει διατεθειμένη να καταβάλει οικειοθελώς προσπάθεια συνεργασίας με διαφάνεια και σε ευρεία κλίμακα, προκειμένου να υποστηρίξει την [Ελληνική Δημοκρατία], λόγω της ιδιαιτερότητας και του εξαιρετικού χαρακτήρα των περιστάσεων. […]

Η συνεισφορά των ιδιωτών επενδυτών είναι συμπληρωματική της χρηματοδοτικής υποστηρίξεως και των δημόσιων πόρων, θα συνίσταται δε σε συγκεκριμένες επιλογές […]».

12      Στις 21 Ιουλίου 2011, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ και οι επικεφαλείς των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντήθηκαν προκειμένου να διαβουλευθούν σχετικά με τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την υπέρβαση των δυσχερειών που αντιμετώπιζε η ζώνη του ευρώ.

13      Στην κοινή δήλωσή τους της 21ης Ιουλίου 2011, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«1.      Επικροτούμε τα μέτρα που έλαβε η [Ε]λληνική [Κ]υβέρνηση με στόχο τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών και τη μεταρρύθμιση της οικονομίας, καθώς και τη νέα δέσμη μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της ιδιωτικοποίησης, η οποία θεσπίσθηκε πρόσφατα από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Πρόκειται για πρωτοφανείς, αλλά αναγκαίες προσπάθειες προκειμένου να επανέλθει η ελληνική οικονομία σε βιώσιμη πορεία οικονομικής ανάπτυξης. Συνειδητοποιούμε τις προσπάθειες που απαιτούν τα μέτρα προσαρμογής για τους Έλληνες πολίτες και είμαστε βέβαιοι ότι οι θυσίες αυτές είναι αναγκαίες για την οικονομική ανάκαμψη και θα συμβάλουν στη μελλοντική σταθερότητα και ευημερία της χώρας.

  1. Συμφωνούμε να στηρίξουμε ένα νέο πρόγραμμα για την [Ελληνική Δημοκρατία] και, από κοινού με το ΔΝΤ και την εθελοντική συμβολή του ιδιωτικού τομέα, να καλύψουμε πλήρως το χρηματοδοτικό έλλειμμα. Η συνολική επίσημη χρηματοδότηση εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 109 δισ. ευρώ. Το πρόγραμμα αυτό θα σχεδιασθεί, κυρίως με χαμηλότερα επιτόκια και μεγαλύτερες προθεσμίες λήξεως, ώστε να βελτιώσει αποφασιστικά τη βιωσιμότητα του χρέους και τις δυνατότητες αναχρηματοδότησης της [Ελληνικής Δημοκρατίας]. Καλούμε το ΔΝΤ να συνεχίσει να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του νέου ελληνικού προγράμματος. Ως μέσο χρηματοδότησης σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) για την επόμενη εκταμίευση. Θα παρακολουθήσουμε εκ του σύνεγγυς την αυστηρή υλοποίηση του προγράμματος με βάση τακτική αξιολόγηση από την Επιτροπή σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ.

[…]

  1. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει επιδείξει προθυμία να υποστηρίξει την [Ελληνική Δημοκρατία] εθελοντικά αξιοποιώντας διάφορες δυνατότητες προς περαιτέρω ενίσχυση της γενικής βιωσιμότητας. Η καθαρή συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα εκτιμάται σε 37 δισ. ευρώ […]. Η πιστωτική ενίσχυση θα παρασχεθεί για να στηρίξει την ποιότητα της παροχής ασφάλειας προκειμένου να καταστεί δυνατή η περαιτέρω χρήση της για την πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις πράξεις εξασφάλισης ρευστότητας του Ευρωσυστήματος. Εν ανάγκη θα παράσχουμε επαρκείς πόρους για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών.»

14      Όσον αφορά τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, στο σημείο 6 της εν λόγω δηλώσεως αναφέρονται τα εξής:

«Όσον αφορά τη γενική προσέγγισή μας για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην ευρωζώνη, επιθυμούμε να καταστήσουμε σαφές ότι η περίπτωση της [Ελληνικής Δημοκρατίας] απαιτεί μια λύση έκτακτου και μοναδικού χαρακτήρα.»

15      Κατά τη σύνοδο κορυφής της 26ης Οκτωβρίου 2011, οι αρχηγοί των κρατών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ δήλωσαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«12.      Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (PSI) έχει ζωτικό ρόλο στην εδραίωση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Συνεπώς χαιρετίζουμε την τρέχουσα συζήτηση μεταξύ της [Ελληνικής Δημοκρατίας] και των ιδιωτών επενδυτών της για την εξεύρεση λύσης για εμβάθυνση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα. Από κοινού με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ελληνική οικονομία, η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα αναμένεται να διασφαλίσει την απομείωση της σχέσης του ελληνικού χρέους προς το ΑΕΠ με στόχο να φθάσει το 120 % έως το 2020. Προς το σκοπό αυτό, καλούμε την [Ελληνική Δημοκρατία], τους ιδιώτες επενδυτές και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να διαμορφώσουν εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων με ονομαστική μείωση του 50 % επί του θεωρητικού ελληνικού χρέους που κατέχουν ιδιώτες επενδυτές. Τα κράτη μέλη της ευρωζώνης θα συνεισφέρουν στη δέσμη PSI ποσό ύψους έως 30 δισ. ευρώ. Στη βάση αυτή, ο επίσημος τομέας είναι έτοιμος να παράσχει πρόσθετη χρηματοδότηση του προγράμματος ύψους έως 100 δισ. ευρώ μέχρι το 2014, συμπεριλαμβανομένης της απαιτούμενης ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Το νέο πρόγραμμα θα πρέπει να συμφωνηθεί έως το τέλος του 2011 και η ανταλλαγή ομολόγων να εφαρμοστεί στις αρχές του 2012. Καλούμε το ΔΝΤ να συνεχίσει να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του νέου ελληνικού προγράμματος.

[…]

  1. Η πιστωτική ενίσχυση θα παρασχεθεί για να στηρίξει την ποιότητα της παροχής ασφάλειας προκειμένου να καταστεί δυνατή η περαιτέρω χρήση της για την πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις πράξεις εξασφάλισης ρευστότητας του Ευρωσυστήματος.
  2. Όσον αφορά τη γενική προσέγγισή μας για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην ευρωζώνη, επαναλαμβάνουμε την απόφασή μας της 21ης Ιουλίου [2011], ότι η περίπτωση της [Ελληνικής Δημοκρατίας] απαιτεί μια λύση έκτακτου και μοναδικού χαρακτήρα.»

16      Σύμφωνα με ανακοινωθέν Τύπου του Ελληνικού Υπουργείου Οικονομικών της 17ης Νοεμβρίου 2011, το υπουργείο άρχισε διαπραγματεύσεις με τους κατόχους των ελληνικών χρεογράφων για την προετοιμασία οικειοθελούς ανταλλαγής τέτοιων χρεογράφων με ονομαστική μείωση («haircut») σε ποσοστό 50 % επί της θεωρητικής αξίας του ελληνικού χρέους που κατέχεται από ιδιώτες επενδυτές, κατά τα προβλεπόμενα στο σημείο 12 της δηλώσεως της 26ης Οκτωβρίου 2011.

17      Στις 15 Φεβρουαρίου 2012, η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, αφενός, και η Ελληνική Δημοκρατία, αφετέρου, σύναψαν συμφωνία ανταλλαγής των ελληνικών χρεογράφων τα οποία κατείχαν η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες με νέα ελληνικά χρεόγραφα τα οποία είχαν ίδια ονομαστική αξία, επιτόκιο, ημερομηνίες καταβολής τόκων και αποπληρωμής, αλλά με διαφορετικούς αριθμούς σειράς και διαφορετικές ημερομηνίες.

18      Στις 17 Φεβρουαρίου 2012, κατόπιν αιτήματος του Ελληνικού Υπουργείου Οικονομικών βάσει του άρθρου 127, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, η EKT γνωμοδότησε θετικά επί ελληνικού σχεδίου νόμου σχετικά με τη συμμετοχή ιδιωτών πιστωτών στην αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας, βασιζόμενη ιδίως στην εφαρμογή «ρητρών συλλογικής δράσεως» (στο εξής: CAC).

19      Στη δήλωση της Ευρωομάδας της 21ης Φεβρουαρίου 2012 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«[…] Η Ευρωομάδα σημειώνει τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι ελληνικές αρχές και ο ιδιωτικός τομέας σχετικά με τους γενικούς όρους της προσφοράς ανταλλαγής στο πλαίσιο του [Προγράμματος συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (PSI)], η οποία αφορά όλους τους ομολογιούχους του ιδιωτικού τομέα. Η συμφωνία αυτή εξασφαλίζει ποσοστό απομειώσεως 53,5 %. Η Ευρωομάδα εκτιμά ότι η συμφωνία αυτή αποτελεί πρόσφορη βάση για την αποστολή προσκλήσεως ανταλλαγής προς τους κατόχους χρεογράφων του Ελληνικού Δημοσίου (PSI). Η επιτυχία του PSI αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για το πρόγραμμα που πρόκειται να αντικαταστήσει το τρέχον πρόγραμμα. Η Ευρωομάδα προσδοκά σημαντική συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών στην ανταλλαγή χρέους, γεγονός που θα συνέβαλλε ουσιωδώς στο να καταστεί το χρέος της [Ελληνικής Δημοκρατίας] βιώσιμο.

[…]

Η Ευρωομάδα επισημαίνει ότι τα χρεόγραφα του Ελληνικού Δημοσίου κατέχονται από το Ευρωσύστημα (την EKT και τις [εθνικές κεντρικές τράπεζες]) για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Η Ευρωομάδα επισημαίνει ότι τα κέρδη που προκύπτουν από τα χρεόγραφα του Ελληνικού Δημοσίου τα οποία κατέχονται από το Ευρωσύστημα, συγκαταλέγονται στα κέρδη της ΕΚΤ και των [εθνικών κεντρικών τραπεζών]. Τα κέρδη της ΕΚΤ θα καταβληθούν στις [εθνικές κεντρικές τράπεζες] σύμφωνα με τους καταστατικούς κανόνες περί κατανομής των κερδών της ΕΚΤ. Τα κέρδη των [εθνικών κεντρικών τραπεζών] θα καταβληθούν στα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, σύμφωνα με τους καταστατικούς κανόνες των [εν λόγω τραπεζών] περί κατανομής των κερδών».

20      Με ανακοινωθέν Τύπου της 21ης Φεβρουαρίου 2012, το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών, αφενός, δημοσιοποίησε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σχεδιαζόμενης ανταλλαγής ελληνικών χρεογράφων και, αφετέρου, ανακοίνωσε την κατάρτιση και ψήφιση σχετικού νόμου. Η εν λόγω συναλλαγή θα περιλάμβανε αίτηση συμφωνίας και πρόσκληση προς τους ιδιώτες κατόχους ορισμένων ελληνικών χρεογράφων να ανταλλάξουν τα χρεόγραφα αυτά με νέα χρεόγραφα ονομαστικής αξίας ίσης προς το 31,5 % αυτής του ανταλλασσόμενου χρέους, καθώς και με χρεόγραφα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) 24μηνης διάρκειας και με ονομαστική αξία ίση προς το 15 % της αξίας του ανταλλαγέντος χρέους, χρεόγραφα τα οποία επρόκειτο να χορηγήσει η Ελληνική Δημοκρατία κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Επιπλέον, κάθε ιδιώτης επενδυτής που θα μετείχε στην ανταλλαγή θα λάμβανε «αποσπώμενους τίτλους» της Ελληνικής Δημοκρατίας συνδεόμενους με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, με θεωρητική αξία ίση προς αυτή των νέων χρεογράφων.

21      Με δελτίο Τύπου της 24ης Φεβρουαρίου 2012, το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών διευκρίνισε τους όρους της οικειοθελούς ανταλλαγής χρεογράφων με συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών [Private Sector Involvement (στο εξής: PSI)], κάνοντας μνεία του ελληνικού νόμου 4050/2012, σχετικά με τους κατόχους των ελληνικών χρεογράφων, ο οποίος ψηφίστηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 23 Φεβρουαρίου 2012 (στο εξής: ελληνικός νόμος 4050/2012). Με τον νόμο αυτόν θεσπίστηκε διαδικασία, στο πλαίσιο των CAC, σύμφωνα με την οποία οι προταθείσες τροποποιήσεις καθίσταντο νομικά δεσμευτικές για όλους τους κατόχους χρεογράφων διεπόμενων από το ελληνικό δίκαιο και εκδοθέντων πριν την 31η Δεκεμβρίου 2011, όπως αυτά είχαν προσδιοριστεί με την πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία εγκρίθηκαν οι προσκλήσεις για το PSI, εφόσον οι εν λόγω τροποποιήσεις εγκρίνονται συλλογικά και ανεξαρτήτως σειράς από απαρτία των ομολογιούχων η οποία αντιστοιχεί τουλάχιστον στα δύο τρίτα της ονομαστικής αξίας των εν λόγω χρεογράφων. Στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η «[ΕΚΤ] και τα άλλα µέλη του Ευρωσυστήματος έχουν προβεί σε ειδικές συμφωνίες µε την [Ελληνική Δημοκρατία], ώστε να αποφευχθεί να τεθεί σε κίνδυνο η αποστολή και ο θεσμικός ρόλος τους, και ο ρόλος της [ΕΚΤ] στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής όπως προκύπτει από τη Συνθήκη».

22      Κατά την αιτιολογική σκέψη 3 της αποφάσεως 2012/433/ΕΕ, της 18ης Ιουλίου 2012, που καταργεί την απόφαση ΕΚΤ/2012/3 σχετικά με την καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της προσφοράς αυτής για την ανταλλαγή χρέους (EKT/2012/14) (ΕΕ L 199, σ. 26), παραλλήλως, στις 24 Φεβρουαρίου 2012, παρασχέθηκε υπέρ των εθνικών κεντρικών τραπεζών πιστωτική ενίσχυση υπό μορφή προγράμματος επαναγοράς τίτλων, με σκοπό την ενίσχυση της ποιότητας των εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας.

23      Οι ενάγοντες, ήτοι ο Alessandro Accorinti και εκείνοι των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο παράρτημα, κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων, μετείχαν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους και υπέστησαν σημαντική μείωση της ονομαστικής αξίας των χρεογράφων τους στο πλαίσιο του PSI και της διαδικασίας βάσει των CAC, διά της οποίας κατέστη υποχρεωτική η ανταλλαγή τίτλων για όλους τους εμπλεκόμενους ιδιώτες επενδυτές, βάσει του ελληνικού νόμου 4050/2012.

24      Στις 27 Φεβρουαρίου 2012, η EKT εξέδωσε την απόφαση 2012/133/ΕΕ, για την κατάργηση της αποφάσεως ΕΚΤ/2010/3, σχετικά με προσωρινά μέτρα που αφορούν την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων που εκδίδει ή εγγυάται η [Ε]λληνική [Κ]υβέρνηση (EKT/2012/2) (ΕΕ L 59, σ. 36) (βλ. σκέψη 6 ανωτέρω), πράγμα που είχε ως συνέπεια να μη θεωρούνται τα ελληνικά χρεόγραφα επαρκείς ασφάλειες για τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος.

25      Προς δικαιολόγηση της καταργήσεως της ως άνω αποφάσεως, στις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 της αποφάσεως 2012/133 αναφέρεται, αφενός, ότι «[η] Ελληνική Δημοκρατία αποφάσισε να κινήσει διαδικασία προσφοράς για την ανταλλαγή χρέους, στο πλαίσιο της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα, απευθυνόμενη σε κατόχους εμπορεύσιμων χρεογράφων έκδοσης της [Ε]λληνικής [Κ]υβέρνησης», και, αφετέρου, ότι «[η] ως άνω απόφαση της Ελληνικής Δημοκρατίας επηρέασε περαιτέρω, και δη αρνητικά, την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων τα οποία εκδίδονται από την [Ε]λληνική [Κ]υβέρνηση ή από οντότητες εγκατεστημένες στην Ελλάδα και τα οποία εγγυάται πλήρως η [Ε]λληνική [Κ]υβέρνηση, όσον αφορά τη χρήση τους ως ασφαλειών για τις πράξεις του Ευρωσυστήματος».

26      Κατά το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως, αυτή τέθηκε σε ισχύ στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

27      Με πρωτόκολλο κατανόησης της 1ης Μαρτίου 2012, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενεργώντας εξ ονόματος των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, και η Ελληνική Δημοκρατία συμφώνησαν μεταξύ άλλων τα εξής:

«Η Ελληνική Δημοκρατία θα απευθύνει προσφορά ανταλλαγής επιλέξιμων ανεξόφλητων χρεογράφων με σκοπό τη μείωση της ονομαστικής αξίας τους κατά 53,5 %. Στους κατόχους τέτοιων χρεογράφων θα προσφερθεί η δυνατότητα ανταλλαγής των υφιστάμενων χρεογράφων με νέα χρεόγραφα της Ελληνικής Δημοκρατίας νέας ονομαστικής αξίας ίσης προς το 31,5 % της αρχικής. Επιπλέον, ποσοστό 15 % της αρχικής ονομαστικής αξίας θα καλυφθεί από χρεόγραφα που θα παρασχεθούν στους προαναφερθέντες κατόχους […]».

28      Όσον αφορά τις πιστώσεις που πρέπει να καταβληθούν από το EFSF, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Ποσό ύψους 35 δισεκατομμυρίων ευρώ θα χρησιμοποιηθεί προς διατήρηση της καταλληλότητας, ως ασφαλειών, των εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή εγγυήσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως στο πλαίσιο των πράξεων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Τούτο θα επιτευχθεί διά της θεσπίσεως προγράμματος επαναγοράς καθ’ όσο διάστημα η βαθμολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας ή των χρεογράφων της διατηρείται στο επίπεδο της χρεοκοπίας ή της επιλεκτικής χρεοκοπίας λόγω της προσφοράς ανταλλαγής χρέους […]».

29      Την 1η Μαρτίου 2012, το EFSF, η Ελληνική Δημοκρατία, το ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ως εγγυητής, και η ελληνική κεντρική τράπεζα σύναψαν συμφωνία σχετικά με διευκόλυνση χρηματοπιστωτικής συνδρομής ύψους 35 δισεκατομμυρίων ευρώ προς χρηματοδότηση της πιστωτικής ενισχύσεως, υπό μορφή προγράμματος επαναγοράς, και προς διατήρηση της καταλληλότητας των ελληνικών χρεογράφων στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών εργασιών του Ευρωσυστήματος.

30      Στις 5 Μαρτίου 2012, η EKT εξέδωσε την απόφαση 2012/153/ΕΕ σχετικά με την καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της προσφοράς αυτής για την ανταλλαγή χρέους (EKT/2012/3) (ΕΕ L 77, σ. 19).

31      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2012/153, «[εμπορεύσιμα] χρεόγραφα εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας τα οποία δεν πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις του Ευρωσυστήματος περί πιστοληπτικής διαβάθμισης, όπως αυτές καθορίζονται στους κανόνες του πλαισίου του Ευρωσυστήματος […], αλλά πληρούν τα υπόλοιπα κριτήρια καταλληλότητας που καθορίζονται [στη γενική τεκμηρίωση], χρησιμοποιούνται ως ασφάλειες για τις πιστοδοτικές πράξεις του Ευρωσυστήματος εφόσον παρασχεθεί πιστωτική αναβάθμιση στις [εθνικές κεντρικές τράπεζες] από την Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο συμφωνίας επαναγοράς». Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2012/153 ορίζει ότι «[τα] εμπορεύσιμα χρεόγραφα της παραγράφου 1 θεωρούνται αποδεκτά καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της πιστωτικής αναβάθμισης». Κατά το άρθρο 2, η εν λόγω απόφαση τέθηκε σε ισχύ στις 8 Μαρτίου 2012.

32      Στην αιτιολογική σκέψη 2 της αποφάσεως 2012/153, αναφέρονται τα εξής:

«Στις 21 Ιουλίου 2011, οι αρχηγοί των κρατών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ανακοίνωσαν μέτρα για τη σταθεροποίηση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών, στα οποία συγκαταλεγόταν η δέσμευσή τους περί παροχής πιστωτικής αναβάθμισης με σκοπό την ενίσχυση της ποιότητας εμπορεύσιμων χρεογράφων έκδοσης ή εγγύησης της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε ότι η εν λόγω πιστωτική αναβάθμιση θα παρασχεθεί από την Ελληνική Δημοκρατία υπέρ των εθνικών κεντρικών τραπεζών […].»

33      Κατά την αιτιολογική σκέψη 3 της εν λόγω αποφάσεως:

«Το διοικητικό συμβούλιο έκρινε ότι το ελάχιστο όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης που γίνεται δεκτό από το Ευρωσύστημα πρέπει να ανασταλεί όσον αφορά εμπορεύσιμα χρεόγραφα έκδοσης ή πλήρους εγγύησης της Ελληνικής Δημοκρατίας για τα οποία παρέχεται η προαναφερθείσα πιστωτική αναβάθμιση.»

34      Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως 2012/153, αυτή τέθηκε σε ισχύ στις 8 Μαρτίου 2012.

35      Με την απόφαση 2012/433, η EKT κατάργησε την απόφαση 2012/153 από της 25ης Ιουλίου 2012 (άρθρα 1 και 2).

36      Στην αιτιολογική σκέψη 3 της εν λόγω αποφάσεως εκτίθενται τα εξής:

«Στο πλαίσιο της προσφοράς για την ανταλλαγή χρέους που η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε στους κατόχους εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή εγγυήσεως της ίδιας στις 24 Φεβρουαρίου 2012, παρασχέθηκε υπέρ των εθνικών κεντρικών τραπεζών πιστωτική αναβάθμιση υπό μορφή προγράμματος επαναγοράς τίτλων με σκοπό την ενίσχυση της ποιότητας των εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας.»

37      Κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της, η ΕΚΤ εξέδωσε στις 6 Σεπτεμβρίου 2012, υπό τον τίτλο «6 Σεπτεμβρίου 2012 — Τεχνικά χαρακτηριστικά των Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών», το εξής ανακοινωθέν Τύπου:

«Όπως ανακοινώθηκε στις 2 Αυγούστου 2012, το [Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ] έλαβε σήμερα αποφάσεις σε σχέση με ορισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά των Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών του Ευρωσυστήματος στις δευτερογενείς αγορές κρατικών ομολόγων, που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ορθής μεταδόσεως της νομισματικής πολιτικής και του ενιαίου χαρακτήρα της εν λόγω πολιτικής. Οι συναλλαγές αυτές θα αποκαλούνται Οριστικές Νομισματικές Συναλλαγές (Outright Monetary Transactions — ΟΝΣ) και θα πραγματοποιούνται σύμφωνα με το ακόλουθο πλαίσιο:

Αιρεσιμότητα

Αναγκαία προϋπόθεση για τις [ΟΝΣ] είναι η τήρηση αυστηρών και αποτελεσματικών όρων οι οποίοι προβλέπονται σε ένα κατάλληλο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας/Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (στο εξής, αντιστοίχως: ΕΤΧΣ και ΕΜΣ). Τα προγράμματα αυτά μπορούν να έχουν τη μορφή ενός ολοκληρωμένου προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής ή ενός προληπτικού προγράμματος (πιστωτική γραμμή με ενισχυμένους όρους — Enhanced Conditions Credit Line) του ΕΤΧΣ/ΕΜΣ, εφόσον προβλέπεται η δυνατότητα πραγματοποιήσεως από το ΕΤΧΣ/ΕΜΣ αγορών τίτλων στην πρωτογενή αγορά. Πρέπει, επίσης, να επιδιωχθεί η συμμετοχή του ΔΝΤ τόσο κατά τον καθορισμό των συγκεκριμένων όρων για κάθε χώρα όσο και κατά την παρακολούθηση του προγράμματος.

Το Διοικητικό Συμβούλιο θα εξετάζει το ενδεχόμενο διενέργειας [ΟΝΣ] στον βαθμό που αυτές κρίνονται απαραίτητες από τη σκοπιά της νομισματικής πολιτικής, εφόσον τηρούνται πλήρως οι όροι του προγράμματος, και θα τις διακόπτει μόλις επιτυγχάνονται οι στόχοι τους ή όταν δεν επιτυγχάνεται συμμόρφωση προς το πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής ή το προληπτικό πρόγραμμα.

Κατόπιν ενδελεχούς αξιολόγησης, το Διοικητικό Συμβούλιο θα αποφασίζει για την έναρξη, τη συνέχιση και την αναστολή των [ΟΝΣ], ενεργώντας με πλήρη διακριτική ευχέρεια και σύμφωνα με την αποστολή του για την άσκηση νομισματικής πολιτικής.

Κάλυψη

Θα εξετάζεται το ενδεχόμενο διενέργειας [ΟΝΣ] στο πλαίσιο μελλοντικών προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής του ΕΤΧΣ/ΕΜΣ ή προληπτικών προγραμμάτων, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω. Επίσης, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο διενέργειάς τους για κράτη μέλη τα οποία υπάγονται επί του παρόντος σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής, όταν αυτά θα αρχίσουν να ανακτούν πρόσβαση στις αγορές ομολόγων.

Οι συναλλαγές θα επικεντρώνονται στο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων που αντιστοιχεί στις βραχύτερες διάρκειες και, συγκεκριμένα, σε κρατικά ομόλογα με διάρκεια από ένα έως τρία έτη.

Δεν θεσπίζονται εκ των προτέρων ποσοτικοί περιορισμοί όσον αφορά τον όγκο των [ΟΝΣ].

Μεταχείριση των πιστωτών

Το Ευρωσύστημα προτίθεται να διασαφηνίσει με νομική πράξη σχετικά με τις [ΟΝΣ] ότι δέχεται την ίδια μεταχείριση (pari passu) με τους ιδιώτες πιστωτές ή με άλλους πιστωτές, όσον αφορά τα ομόλογα που έχουν εκδοθεί από χώρες της ζώνης του ευρώ και έχουν αποκτηθεί από το Ευρωσύστημα μέσω των [ΟΝΣ], σύμφωνα με τους όρους των ομολόγων αυτών.

[…]»

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

38      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 2013 οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή.

39      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 Μαΐου 2013, η Nausicaa Anadyomène SAS, εταιρία εδρεύουσα στο Παρίσι (Γαλλία), εταιρικός σκοπός της οποίας ήταν η αγορά, η διαχείριση για ίδιο λογαριασμό και η αποτίμηση χρεογράφων, ζήτησε να παρέμβει στην υπό κρίση υπόθεση, προς στήριξη των αιτημάτων των εναγόντων, και να της κοινοποιηθούν όλα τα σχετικά με την εκδικαζόμενη διαφορά δικόγραφα, πλην όσων κριθούν εμπιστευτικά.

40      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Ιουνίου 2013, οι ενάγοντες ζήτησαν από το Γενικό Δικαστήριο να επιτρέψει στη Nausicaa Anadyomène να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων τους και να της κοινοποιηθούν όλα τα σχετικά με την εκδικαζόμενη διαφορά δικόγραφα.

41      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Ιουνίου 2013, η EKT ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση παρεμβάσεως της Nausicaa Anadyomène, μεταξύ άλλων επειδή η αιτούσα δεν δικαιολογούσε άμεσο και ενεστώς συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να υποχρεωθεί από το Γενικό Δικαστήριο να φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα έξοδα της EKT.

42      Κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο τέταρτο τμήμα, στο οποίο και ανατέθηκε η υπό κρίση υπόθεση.

43      Με διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2013, η οποία διορθώθηκε κατόπιν αιτήματος της ΕΚΤ με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2014, ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε το αίτημα παρεμβάσεως της Nausicaa Anadyomène και την υποχρέωσε να φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η EKT σε σχέση με την αίτηση παρεμβάσεως.

44      Με διάταξη της 25ης Ιουνίου 2014, Accorinti κ.λπ. κατά EKT (T‑224/12, EU:T:2014:611), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως την οποία είχαν ασκήσει ορισμένοι από τους ενάγοντες κατά της αποφάσεως 2012/153.

45      Κατόπιν εισηγήσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.

46      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Φεβρουαρίου 2015.

47      Οι ενάγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να κρίνει την αγωγή παραδεκτή,

–        να αναγνωρίσει την υπαιτιότητα της ΕΚΤ βάσει του άρθρου 340 ΣΛΕΕ,

–        να υποχρεώσει την EKT να καταβάλει ως αποζημίωση για τη ζημία που τους προκάλεσε τουλάχιστον 12 504 614,98 ευρώ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα για καθέναν από αυτούς στα σημεία 68 έως 72 της αγωγής ή κάθε άλλο ποσό κρίνει δίκαιο και εύλογο, με την επιφύλαξη του ακριβέστερου προσδιορισμού του κατά τη διάρκεια της δίκης, περιλαμβανομένων των «νόμιμων τόκων και των τόκων υπερημερίας» επί των ποσών αυτών,

–        επικουρικώς, να υποχρεώσει την EKT να καταβάλει ως αποζημίωση για τη ζημία που τους προκάλεσε τουλάχιστον 3 668 020,39 ευρώ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα για καθέναν από αυτούς στα σημεία 74 έως 76 της αγωγής, ή κάθε άλλο ποσό κρίνει δίκαιο και εύλογο, με την επιφύλαξη του ακριβέστερου προσδιορισμού του κατά τη διάρκεια της δίκης, περιλαμβανομένων των «νόμιμων τόκων και των τόκων υπερημερίας» επί των ποσών αυτών,

–        επίσης επικουρικώς, να υποχρεώσει την EKT να καταβάλει ως αποζημίωση για τη ζημία που τους προκάλεσε τουλάχιστον 2 667 651,19 ευρώ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα για καθέναν από αυτούς στα σημεία 77 και 78 της αγωγής, ή κάθε άλλο ποσό κρίνει δίκαιο και εύλογο, με την επιφύλαξη του ακριβέστερου προσδιορισμού του κατά τη διάρκεια της δίκης, περιλαμβανομένων των «νόμιμων τόκων και των τόκων υπερημερίας» επί των ποσών αυτών,

–        όλως επικουρικώς, να υποχρεώσει την ΕΚΤ να αποκαταστήσει τη ζημία που τους προκάλεσε λόγω νόμιμης ή ανυπαίτιας συμπεριφοράς με όποιο ποσό κριθεί δίκαιο και εύλογο,

–        να καταδικάσει την ΕΚΤ στα δικαστικά έξοδα.

48      Η ΕΚΤ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη,

–        να καταδικάσει τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

  1. Επί της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΚΤ λόγω παράνομης πράξεως

 Επί του παραδεκτού

49      H EKT θεωρεί την αγωγή απαράδεκτη, διότι, αφενός, το δικόγραφο δεν συνάδει προς τις απαιτήσεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991 και, αφετέρου, κατά τον χρόνο καταθέσεως του εν λόγω δικογράφου, εκκρεμούσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η υπόθεση T‑224/12, η οποία αφορούσε ορισμένους μόνον από τους ενάγοντες της παρούσας δίκης. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή αποσκοπεί στην παράκαμψη του απαραδέκτου των αιτημάτων ακυρώσεως, τα οποία θα στρέφονταν κατά των ίδιων παρανόμων πράξεων και θα επιδίωκαν την ίδια χρηματική ικανοποίηση.

50      Βάσει των απαιτήσεων του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, η αγωγή είναι απαράδεκτη τόσο ως προς τις προβαλλόμενες παράνομες πράξεις όσο και ως προς την προβαλλόμενη ζημία, περιλαμβανομένης της αποτιμήσεώς της. Δεν διευκρινίζονται επαρκώς με την αγωγή οι λόγοι για τους οποίους το PSI, όπως αυτό ρυθμίζεται από τον ελληνικό νόμο 4050/2012, στοιχειοθετεί ευθύνη της ΕΚΤ, η οποία είχε συμβουλευτικό μόνο ρόλο στο πλαίσιο αυτό και δεν θα μπορούσε να προκαλέσει, ούτε καν εμμέσως, την προβαλλόμενη ζημία. Εξάλλου, η αποτίμηση της εν λόγω ζημίας με την αγωγή δεν τεκμηριώνεται από επαρκείς αποδείξεις. Τα συνημμένα στην αγωγή αντίγραφα των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών δεν πληρούν τις απαιτήσεις αυτές, διότι δεν περιέχουν ρητές και ακριβείς ενδείξεις όσον αφορά τους αντίστοιχους ενάγοντες.

51      Κατά την EKT, οι προβαλλόμενες στην αγωγή παράνομες πράξεις και ο αιτιώδης σύνδεσμός τους με την προβαλλόμενη ζημία δεν τεκμηριώνονται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Προς στήριξη του επιχειρήματος περί «καθησυχαστικών δηλώσεων» εκπροσώπων της ΕΚΤ, οι ενάγοντες αρκέστηκαν, με την αγωγή, σε μια γενική αναφορά σε άρθρα του Τύπου και άλλα συνημμένα στην αγωγή έγγραφα. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς περί παραβιάσεως των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας και περί καταχρήσεως εξουσίας, περιλαμβανομένου του ισχυρισμού περί του τρόπου με τον οποίον ο συμβουλευτικός αποκλειστικά ρόλος της ΕΚΤ είχε ως συνέπεια τη διάπραξη τέτοιων παρανόμων πράξεων. Επίσης, οι ενάγοντες δεν διευκρινίζουν, με την αγωγή τους, τον τρόπο με τον οποίον η συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 και άλλες ενέργειες της ΕΚΤ συνέτειναν στη γένεση της ζημίας, η οποία οφείλεται αποκλειστικά στην εφαρμογή του ελληνικού νόμου 4050/2012. Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν προσδιορίζουν, με την αγωγή, συγκεκριμένη συμπεριφορά της ΕΚΤ λόγω της οποίας οι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου στερήθηκαν την πολιτική ανεξαρτησία τους και την κυριαρχική εξουσία τους να αποφασίζουν. Οι ενάγοντες παρέλειψαν επίσης να αποδείξουν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αποφάσεως 2012/153, η οποία εκδόθηκε μετά την απόφαση της Ελληνικής Δημοκρατίας να κάνει χρήση του PSI, και της προκληθείσας ζημίας. Τέλος, οι ενάγοντες δεν παρέθεσαν, με την αγωγή τους, τα ουσιώδη στοιχεία που δικαιολογούν την αποτίμηση της ζημίας που διατείνονται ότι υπέστησαν, όπως είναι η ημερομηνία και η τιμή αγοράς των ελληνικών χρεογράφων, ο αρχικός χρόνος λήξεώς τους, τα ειδικά χαρακτηριστικά των τοκομεριδίων των εν λόγω χρεογράφων, τα ποσοστά απομειώσεως της αξίας καθενός εξ αυτών, ώστε να μειωθεί το καταβλητέο ποσό των νέων τοκομεριδίων, και, τέλος, «η αποτίμηση του επενδυτή για το 15 % των συνδεδεμένων με το ΑΕΠ χρεογράφων του ΕΤΧΣ, ετήσιας ή διετούς διάρκειας, τα οποία δόθηκαν ως αντάλλαγμα».

52      Οι ενάγοντες αμφισβητούν τα επιχειρήματα της ΕΚΤ και υποστηρίζουν ότι η αγωγή τους είναι παραδεκτή.

53      Όσον αφορά το κύριο επιχείρημα της ΕΚΤ, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ίδιου Οργανισμού, και του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να αναφέρει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων ισχυρισμών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να εμφαίνονται κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να προετοιμάσει την άμυνά του και το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αγωγής, ενδεχομένως χωρίς άλλα στοιχεία προς στήριξή της. Προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, για να είναι παραδεκτή μια αγωγή, πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου. Ειδικότερα, για να πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, το δικόγραφο με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από όργανο της Ένωσης πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την εξατομίκευση της συμπεριφοράς που ο ενάγων προσάπτει στο όργανο αυτό και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη, καθώς και να προσδιορίζει τη φύση και την έκταση της ζημίας αυτής (βλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, Arcelor κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T‑16/04, Συλλογή, EU:T:2010:54, σκέψη 132 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

54      Εν προκειμένω, η EKT δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν πληροί τις εν λόγω τυπικές προϋποθέσεις, δεδομένου ότι παρατίθενται επαρκώς σε αυτό τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που καθιστούν δυνατό να προσδιοριστεί η προσαπτόμενη στην ΕΚΤ συμπεριφορά, οι λόγοι για τους οποίους οι ενάγοντες φρονούν ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας που διατείνονται ότι υπέστησαν, καθώς και η φύση και η έκταση της ζημίας αυτής. Στην πραγματικότητα, η ΕΚΤ επιδιώκει, με την επιχειρηματολογία της, να αμφισβητήσει, με πρόσχημα την εκτίμηση του παραδεκτού της αγωγής υπό το πρίσμα του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το βάσιμο των αιτημάτων αποζημιώσεως, ιδίως όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου και ζημίας, των οποίων, ωστόσο, τα συστατικά στοιχεία παρατίθενται επαρκώς στην αγωγή, σε χωριστό κεφάλαιο με τίτλο «Ευθύνη της ΕΚΤ βάσει των άρθρων 268 [ΣΛΕΕ] και 340 ΣΛΕΕ».

55      Πρώτον, οι ενάγοντες παραπονούνται για πλείονες παράνομες ενέργειες της ΕΚΤ, τις οποίες παραθέτουν αρχικώς συνοπτικά στο σημείο 32 της αγωγής και αναπτύσσουν στη συνέχεια διεξοδικά, και συγκεκριμένα, πρώτον, στα σημεία 33 έως 35 όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεύτερον, στα σημεία 36 και 37 όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των πιστωτών, τρίτον, στα σημεία 38 και 39 όσον αφορά την κατάχρηση εξουσίας και την παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας, της συνοχής και της ορθολογικότητας και, τέταρτον, στα σημεία 40 και 41 όσον αφορά την παράβαση των άρθρων 123 ΣΛΕΕ και 127 ΣΛΕΕ και του άρθρου 21 του καταστατικού.

56      Δεύτερον, στα σημεία 45 επ. της αγωγής, οι ενάγοντες διευκρινίζουν τη φύση και την έκταση της προβαλλόμενης ζημίας, η οποία οφείλεται, κατ’ αυτούς, στις ως άνω παράνομες ενέργειες, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των στοιχείων αυτών. Συγκεκριμένα, στο σημείο 48 της αγωγής, αναφέρεται ότι «η ζημία που απορρέει από την παραβίαση [της αρχής της] ίσης μεταχειρίσεως […] από την EKT […] έβλαψε κατά τρόπο δυσανάλογο ένα περιορισμένο και σαφώς καθορισμένο σύνολο αποταμιευτών/πιστωτών, οι οποίοι κατείχαν ποσοστό έως 6 % του ελληνικού χρέους, ενώ η EKT και οι [εθνικές κεντρικές τράπεζες] κατείχαν το 22 %». Στα σημεία 49 έως 52 της αγωγής, οι ενάγοντες αποδίδουν την απώλεια, στο πλαίσιο του PSI, του 75 % της αξίας των ελληνικών χρεογράφων που κατείχαν στην σε βάρος τους παραβίαση, εκ μέρους της ΕΚΤ, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ιδίως διά της συνάψεως της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 —με την οποία αποκλείστηκε η συμμετοχή της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους— και διά της εκδόσεως της αποφάσεως 2012/153. Εξάλλου, στα σημεία 54 επ. της αγωγής, οι ενάγοντες αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία τους σχετικά με το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ προκληθείσας ζημίας και καταλογιζόμενης στην ΕΚΤ συμπεριφοράς, στηριζόμενοι σε μια εξ αντιδιαστολής ανάλυση, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνεται υπόψη τόσο η υποθετική περίπτωση της απουσίας της προαναφερθείσας συμπεριφοράς όσο και το εάν ο ελληνικός νόμος 4050/2012 καταλύει τον εν λόγω αιτιώδη σύνδεσμο, πράγμα που οι ενάγοντες αμφισβητούν. Συναφώς, διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, στο σημείο 56 της αγωγής, ότι, «εάν η EKT και οι [εθνικές κεντρικές τράπεζες] δεν αποφάσιζαν μονομερώς, κατά παράβαση της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και παρανόμως την εξαίρεσή τους από την αναδιάρθρωση του ελληνικού [δημοσίου] χρέους, οι εναγόμενοι δεν θα υφίσταντο περιουσιακή ζημία ή, τουλάχιστον, η ζημία αυτή θα ήταν μικρότερη και λιγότερο σοβαρή, διότι ο επιμερισμός των απωλειών και της μειώσεως της αξίας των ελληνικών χρεογράφων θα περιοριζόταν κατ’ αναλογία προς τις απαιτήσεις τις οποίες διατηρούσαν στα χαρτοφυλάκιά τους η EKT και οι [εθνικές κεντρικές τράπεζες], οι οποίες, όμως, είχαν [ανταλλαγεί] προηγουμένως […]».

57      Τρίτον, στα σημεία 68 επ. της αγωγής, οι ενάγοντες περιγράφουν την έκταση της ζημίας που διατείνονται ότι υπέστησαν και παραθέτουν συγκεκριμένη αποτίμησή της. Συναφώς, το επιχείρημα της ΕΚΤ ότι για την ορθή αποτίμηση της εν λόγω ζημίας απαιτούνταν επιπλέον στοιχεία δεν αναιρεί το ως άνω συμπέρασμα, διότι η αποτίμηση αυτή —και έτι λιγότερο η «ορθότητά» της ως ουσιαστικό ζήτημα— δεν συγκαταλέγεται στα αναγκαία τυπικά στοιχεία ή στοιχεία του παραδεκτού αγωγής αποζημιώσεως (βλ. απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, ATC κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑333/10, Συλλογή, EU:T:2013:451, σκέψεις 198 έως 201 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

58      Επομένως, τα όσα εκτίθενται με την αγωγή είναι αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε η μεν EKT να προετοιμάσει την άμυνά της, το δε Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αγωγής, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του υπομνήματος αντικρούσεως, ιδίως όσον αφορά το αβάσιμο της αγωγής αποζημιώσεως. Επομένως, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αγωγή παρατίθενται κατά τρόπο επαρκή, συνεκτικό και κατανοητό στο δικόγραφο, οπότε πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991.

59      Είναι επίσης αβάσιμος ο επικουρικός ισχυρισμός της EKT ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, κατά το μέρος που στηρίζεται σε έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως 2012/153, την οποία έχουν προσβάλει ορισμένοι εκ των εναγόντων στην υπόθεση T‑224/12, ή ότι η αγωγή ασκήθηκε αποκλειστικά και μόνο για να παρακαμφθούν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως.

60      Καταρχάς, είναι αλυσιτελής η επίκληση της νομολογίας σχετικά με την αμφισβήτηση της αρνήσεως χορηγήσεως κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής (διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 1995, Pevasa και Inpesca κατά Επιτροπής, C‑199/94 P και C‑200/94 P, Συλλογή, EU:C:1995:360, σκέψη 27, και απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2001, Inpesca κατά Επιτροπής, T‑186/98, Συλλογή, EU:T:2001:42, σκέψεις 76 και 77), την οποία επικαλείται η ΕΚΤ προς στήριξη του επιχειρήματός της. Κατ’ αντίθεση προς την περίπτωση που κρίθηκε με την εν λόγω νομολογία, εν προκειμένω, οι ενάγοντες δεν επιδιώκουν, με την αγωγή αποζημιώσεως, αποτέλεσμα συγκρίσιμο προς εκείνο που επιδιώκουν με την προσφυγή ακυρώσεως στην υπόθεση T‑224/12. Αντικείμενο της προσφυγής αυτής ήταν μόνον η ακύρωση της αποφάσεως 2012/153, χωρίς να επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση. Εξάλλου, δεδομένου ότι η εν λόγω προσφυγή ακυρώσεως ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αποκλείεται εξ ορισμού το ενδεχόμενο καταστρατηγήσεως της εν λόγω προθεσμίας, κατά την έννοια της ως άνω νομολογίας, διά της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, το αίτημα αποζημιώσεως κρίνεται απαράδεκτο μόνον κατ’ εξαίρεση και προς διασφάλιση της μη καταστρατηγήσεως της προαναφερθείσας προθεσμίας, όταν δηλαδή προβάλλεται μαζί με αίτημα ακυρώσεως, με το σκεπτικό ότι, στην πραγματικότητα, το αίτημα αποζημιώσεως αποσκοπεί στην ανάκληση ατομικής αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη και η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα, αν γινόταν δεκτή, την εξαφάνιση των εννόμων αποτελεσμάτων της εν λόγω αποφάσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 2002, Astipesca κατά Επιτροπής, T‑180/00, Συλλογή, EU:T:2002:249, σκέψη 139, και της 3ης Απριλίου 2003, Vieira κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑44/01, T‑119/01 και T‑126/01, Συλλογή, EU:T:2003:98, σκέψη 213).

61      Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η αγωγή αποζημιώσεως είναι αυτοτελές μέσο δικαστικής προστασίας, το οποίο έχει ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος των μέσων δικαστικής προστασίας και εξαρτάται από προϋποθέσεις ασκήσεως οι οποίες έχουν τεθεί λόγω του ειδικού αντικειμένου του. Ενώ σκοπός της προσφυγής ακυρώσεως και της προσφυγής κατά παραλείψεως είναι να επιβληθεί κύρωση λόγω του παράνομου χαρακτήρα νομικώς δεσμευτικής πράξεως ή λόγω της ελλείψεως τέτοιας πράξεως, η αγωγή αποζημιώσεως έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση ζημίας απορρέουσας από παράνομη πράξη ή συμπεριφορά καταλογιστέα σε όργανο ή οργανισμό της Ένωσης (βλ., απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, Διαμεσολαβητής κατά Lamberts, C‑234/02 P, Συλλογή, EU:C:2004:174, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2007, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και EKT, T‑3/00 και T‑337/04, Συλλογή, EU:T:2007:357, σκέψη 283, και της 3ης Μαρτίου 2010, Artegodan κατά Επιτροπής, T‑429/05, Συλλογή, EU:T:2010:60, σκέψη 50). Αφενός, η αυτοτέλεια της αγωγής αποζημιώσεως δεν αναιρείται λόγω της αποφάσεως του ενάγοντος να ασκήσει διαδοχικά προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως. Αφετέρου, το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως η οποία έχει ασκηθεί μεταγενέστερα, απλώς και μόνον επειδή αμφότερα τα ένδικα βοηθήματα στηρίζονται σε όμοιους ή ακόμη και σε ταυτόσημους λόγους ή ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, η ερμηνεία αυτή θα αντέβαινε στην αρχή της αυτοτέλειας των μέσων παροχής εννόμου προστασίας και, συνεπώς, θα αφαιρούσε από το άρθρο 268 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 340, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, την πρακτική του αποτελεσματικότητα.

62      Τέλος, κατά το μέρος που η EKT σκοπεύει, πάντως, να προβάλει κίνδυνο καταστρατηγήσεως της διαδικασίας ή καταχρηστικής ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, αρκεί, αφενός, η υπόμνηση ότι η παρατιθέμενη στη σκέψη 60 ανωτέρω νομολογία αποτελεί την εξαίρεση και πρέπει, ως εκ τούτου, να εφαρμόζεται συσταλτικά [βλ., συναφώς, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2004, Cantina sociale di Dolianova κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑166/98, Συλλογή, EU:T:2004:337, σκέψη 122 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, η οποία δεν αναιρέθηκε ως προς το ζήτημα αυτό από την απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Cantina sociale di Dolianova κ.λπ., C‑51/05 P, Συλλογή, EU:C:2008:409, σκέψη 63· βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, Holcim (Deutschland) κατά Επιτροπής, C‑282/05 P, Συλλογή, EU:C:2007:226, σκέψη 32], και, αφετέρου, η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, οι ενάγοντες δεν επιδιώκουν, με την αγωγή αποζημιώσεως, την κατάργηση των επίμαχων πράξεων, αλλά την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν λόγω της θεσπίσεως και της εφαρμογής των πράξεων αυτών.

63      Βάσει των προεκτεθέντων, κρίνεται απορριπτέα η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η EKT.

 Επί της ουσίας

 Επί των προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως της ευθύνης της Ένωσης, διά της EKT, βάσει των άρθρων 268 ΣΛΕΕ και 340 ΣΛΕΕ

64      Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 340, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η EKT αποκαθιστά οποιαδήποτε ζημία προκλήθηκε από αυτή ή από τους υπαλλήλους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στις νομοθεσίες των κρατών μελών.

65      Κατά πάγια νομολογία, η οποία ισχύει mutatis mutandis και για την κατά το άρθρο 340, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ εξωσυμβατική ευθύνη της ΕΚΤ, η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των θεσμικών οργάνων ή των οργανισμών της, εξαρτάται από τη συνδρομή συνόλου προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να πληρούνται σωρευτικά, ήτοι του παράνομου χαρακτήρα της προσαπτομένης στο θεσμικό όργανο ή στον οργανισμό συμπεριφοράς, του υποστατού της ζημίας και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προβαλλόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (βλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2006, Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑243/05 P, Συλλογή, EU:C:2006:708, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Arcelor κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 53 ανωτέρω, EU:T:2010:54, σκέψη 139 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

66      Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της όταν δεν πληρούται έστω και μία μόνο από τις εν λόγω προϋποθέσεις (βλ. απόφαση Arcelor κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 53 ανωτέρω, σκέψη 140 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

67      Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, περί παράνομης συμπεριφορά που προσάπτεται στο οικείο όργανο ή οργανισμό, η νομολογία απαιτεί να αποδεικνύεται κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος σκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες (απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, C‑352/98 P, Συλλογή, EU:C:2000:361, σκέψη 42). Αποφασιστικό κριτήριο για να διαπιστωθεί αν συντρέχει κατάφωρη παράβαση είναι το αν υπήρξε, εκ μέρους του οικείου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειάς του. Μόνον όταν το εν λόγω όργανο ή οργανισμός διαθέτει σαφώς περιορισμένη, αν όχι ανύπαρκτη, διακριτική ευχέρεια μπορεί να αρκέσει η απλή παραβίαση του δικαίου της Ένωσης προς απόδειξη της ύπαρξης κατάφωρης παραβάσεως (αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Camar και Tico, C‑312/00 P, Συλλογή, EU:C:2002:736, σκέψη 54· Arcelor κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 53 ανωτέρω, EU:T:2010:54, σκέψη 141, και ATC κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, EU:T:2013:451, σκέψη 62).

68      Συναφώς, διευκρινίζεται ότι η ΕΚΤ προέβη στις αμφισβητούμενες ενέργειες κατά την άσκηση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί όσον αφορά τον καθορισμό και την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της Ένωσης, βάσει των άρθρων 127 ΣΛΕΕ και 282 ΣΛΕΕ και του άρθρου 18 του καταστατικού, ιδίως διά συναλλαγών στις χρηματαγορές και με τη διενέργεια πιστοδοτικών και πιστοληπτικών πράξεων. Οι διατάξεις αυτές παρέχουν στην ΕΚΤ ευρεία διακριτική ευχέρεια, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται πολύπλοκες εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, καθώς και εκτιμήσεις ταχέως εξελισσόμενων καταστάσεων, εκτιμήσεις οι οποίες πρέπει να διενεργούνται στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος, ή ακόμα και της Ένωσης στο σύνολό της. Επομένως, τυχόν κατάφωρη παράβαση των οικείων κανόνων δικαίου πρέπει να στηρίζεται σε πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η ΕΚΤ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της στον τομέα της νομισματικής πολιτικής. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο εάν ληφθεί υπόψη ότι η άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας συνεπάγεται την υποχρέωση της ΕΚΤ, αφενός, να προβλέπει και να εκτιμά περίπλοκες και αβέβαιες οικονομικές εξελίξεις, όπως είναι η εξέλιξη των χρηματαγορών, της ποσότητας του χρήματος και του πληθωρισμού, οι οποίες επηρεάζουν την ομαλή λειτουργία του Ευρωσυστήματος και των συστημάτων πληρωμών και πιστώσεων, και, αφετέρου, να προβαίνει σε επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, για τις οποίες οφείλει να σταθμίζει και να ιεραρχεί τους επιμέρους σκοπούς του άρθρου 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κύριος σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών (βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón στην υπόθεση Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, Συλλογή, EU:C:2015:7, σημείο 111 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης, συναφώς και κατ’ αναλογία, αποφάσεις Arcelor κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 53 ανωτέρω, EU:T:2010:54, σκέψη 143 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 16ης Δεκεμβρίου 2011, Enviro Tech Europe και Enviro Tech International κατά Επιτροπής, T‑291/04, Συλλογή, EU:T:2011:760, σκέψη 125 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

69      Τέλος, όσον αφορά την κανονιστική αρμοδιότητα των θεσμικών οργάνων, περιλαμβανομένης της εκδόσεως πράξεων γενικής ισχύος από την ΕΚΤ, όπως είναι η απόφαση 2012/153, έχει κριθεί ότι η περιοριστική αντίληψη της ευθύνης της Ένωσης που απορρέει από την άσκηση των κανονιστικών της αρμοδιοτήτων εξηγείται από τη σκέψη, αφενός, ότι η άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υφίσταται δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων, δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από το ενδεχόμενο ασκήσεως αγωγών αποζημιώσεως οσάκις το γενικό συμφέρον της Ένωσης επιτάσσει τη θέσπιση κανονιστικών μέτρων δυναμένων να θίξουν ιδιωτικά συμφέροντα και, αφετέρου, ότι, με δεδομένη την ευρεία διακριτική ευχέρεια που χαρακτηρίζει την —απαραίτητη για την εφαρμογή κοινοτικής πολιτικής— άσκηση της κανονιστικής εξουσίας, ευθύνη της Ένωσης μπορεί να ανακύψει μόνον αν το αρμόδιο θεσμικό όργανο έχει υπερβεί κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του (βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑120/06 P και C‑121/06 P, Συλλογή, EU:C:2008:476, σκέψη 174).

70      Η βασιμότητα ισχυρισμών των εναγόντων περί ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των κριτηρίων αυτών.

 Επί του ισχυρισμού περί παράνομης συμπεριφοράς της ΕΚΤ

–       Εισαγωγικές παρατηρήσεις

71      Κατά τους ενάγοντες, η EKT έχει διαπράξει πλείονες παράνομες πράξεις, δυνάμενες να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη της Ένωσης, και συγκεκριμένα, πρώτον, σύναψε τη συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 με την Ελληνική Δημοκρατία, ως προς την οποία οι ενάγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει την ΕΚΤ να την προσκομίσει, δεύτερον, αρνήθηκε να μετάσχει στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, η οποία επιβλήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία ως προϋπόθεση για τη χορήγηση νέας χρηματοοικονομικής βοήθειας, και, τρίτον, εξέδωσε την απόφαση 2012/153 βάσει της οποίας, ως προϋπόθεση για την καταλληλότητα των ελληνικών χρεογράφων ως εγγυήσεων, θεσπίστηκε πρόγραμμα επαναγοράς αποκλειστικά για τις εθνικές κεντρικές τράπεζες, παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω χρεόγραφα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις περί πιστοληπτικής διαβαθμίσεως.

72      Η EKT αμφισβητεί ότι παρέβη κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες. Οι κανόνες που φέρονται να έχουν παραβιαστεί αφορούσαν την κατάσταση του χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας, η δε EKT απλώς διατύπωσε τη γνώμη της όσον αφορά τη σκοπιμότητα ή την έλλειψη σκοπιμότητας του PSI και είχε συμβουλευτικό μόνο ρόλο στο πλαίσιο της «τρόικας». Η EKT διευκρινίζει ότι δεν διατηρεί καμία νομικής ή οικονομικής φύσεως σχέση με τους ενάγοντες. Δεν είναι ούτε οφειλέτρια ούτε εκδότρια των χρεογράφων που κατέχουν οι ενάγοντες, αλλά είναι και αυτή πιστώτρια της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εξάλλου, δεν ενήργησε «ευθέως έναντι των εναγόντων», αλλά ανέλαβε απλώς τις ευθύνες που υπέχει βάσει της Συνθήκης ΛΕΕ, και ιδίως του άρθρου 127, για τη διαχείριση της κρίσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους. Επομένως, οι κανόνες τους οποίους επικαλούνται οι ενάγοντες δεν έχουν εφαρμογή όσον αφορά τον ρόλο της ΕΚΤ στο πλαίσιο του PSI και δεν τους απονέμουν δικαιώματα που να τους προστατεύουν.

–       Επί του ισχυρισμού περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

73      Στο πλαίσιο του πρώτου ισχυρισμού, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι διαλαμβανόμενες στη σκέψη 71 ανωτέρω ενέργειες συνιστούν παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των κατόχων των ελληνικών χρεογράφων, διότι αντιβαίνουν προς τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν από τους διαδοχικούς προέδρους της ΕΚΤ, J. C. Trichet και M. Draghi, καθώς και από μέλη του διοικητικού της συμβουλίου. Σύμφωνα με τις δηλώσεις αυτές, πρώτον, τα κατεχόμενα από την ΕΚΤ ελληνικά χρεόγραφα δεν επρόκειτο να αποτελέσουν αντικείμενο «οικειοθελούς» ανταλλαγής, δεύτερον, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος στάσεως πληρωμών της Ελληνικής Δημοκρατίας, τρίτον, δεν ήταν δυνατή η αναγκαστική αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, τέταρτον, συμμετοχή ιδιωτών πιστωτών σε μια τέτοια αναδιάρθρωση νοούνταν μόνον επί εθελοντικής βάσεως, πέμπτον, είναι αδύνατη η μείωση της ονομαστικής αξίας των εν λόγω χρεογράφων, και, έκτον, εάν, ωστόσο, προέκυπτε τέτοια περίπτωση, τα ελληνικά χρεόγραφα δεν θα γίνονταν ποτέ αποδεκτά ως εγγυήσεις. Κατά τους ενάγοντες, αυτές οι συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές δημιούργησαν βάσιμες προσδοκίες στους πολίτες, οι οποίοι απογοητεύθηκαν από τις μεταγενέστερες παράνομες ενέργειες της ΕΚΤ, όπως είναι η συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012. Με το υπόμνημα απαντήσεως, οι ενάγοντες διευκρινίζουν ότι, δεδομένου ότι η ΕΚΤ είναι πιστώτρια της Ελληνικής Δημοκρατίας, η σύναψη μυστικής και εμπεριέχουσας δυσμενείς διακρίσεις συμφωνίας από αυτήν, υπό καθεστώς συγκρούσεως συμφερόντων, με σκοπό την αποφυγή της αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους και την εξομοίωσή της προς προνομιούχο πιστωτή, αντιβαίνει προς το άρθρο 5 ΣΕΕ και την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως αυτής, ο ρόλος της ΕΚΤ δεν ήταν απλώς συμβουλευτικός, διότι μετείχε ως μέλος με ιδιαίτερη βαρύτητα στην «τρόικα» με δικές της εξουσίες λήψεως αποφάσεων και υπογραφής.

74      Η EKT απαντά κατ’ ουσίαν ότι, με τα ανακοινωθέντα Τύπου που εξέδιδε και τις δημόσιες δηλώσεις των στελεχών της, είχε, αντιθέτως, καταστήσει σαφές και προειδοποιήσει ότι, αφενός, το PSI δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της ΕΚΤ και ότι οι σχετικές με αυτό αποφάσεις ελήφθησαν από τις κυρίαρχες κυβερνήσεις, και, αφετέρου, ότι η κρίση δημοσίου χρέους στην Ευρώπη ενέχει σοβαρούς κινδύνους όσον αφορά τις επενδύσεις στα ελληνικά χρεόγραφα. Σε ανακοινωθέν της ΕΚΤ της 6ης Ιουνίου 2011 εξετάζεται ειδικά το ζήτημα των συνεπειών ενός PSI και διατυπώνονται προειδοποιήσεις όσον αφορά τις ενδεχόμενες επιπτώσεις μιας «ασύνετης και αυτόματης» εφαρμογής του συγκεκριμένου μέτρου. Επομένως, τα σχετικά έγγραφα εμφαίνουν ότι η EKT δεν είχε καθοριστικό ή αποφασιστικό ρόλο στο πλαίσιο της θεσπίσεως του PSI, καμία δε από τις θέσεις που έχει διατυπώσει εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της δεν θα μπορούσε να εκληφθεί από τους ενάγοντες ως διαβεβαίωση ότι δεν θα υπάρξει PSI. Ο συνετός και ενημερωμένος αναγνώστης των εν λόγω κειμένων θα έπρεπε να γνωρίζει ότι το PSI αποτελεί μία από τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις και ότι η θέσπισή του εμπίπτει αποκλειστικά στη νομική και πολιτική ευθύνη της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ελλείψει δηλώσεων που να αποκλείουν απερίφραστα το ενδεχόμενο ενός PSI, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι δόθηκε από την ΕΚΤ οποιαδήποτε σχετική συγκεκριμένη, ανεπιφύλακτη και συγκλίνουσα διαβεβαίωση.

75      Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα να προβάλλουν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχουν όλοι οι πολίτες στους οποίους κάποιο από τα όργανα της Ένωσης έχει δημιουργήσει βάσιμες προσδοκίες. Το δικαίωμα επικλήσεως της εν λόγω αρχής προϋποθέτει ωστόσο τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων σωρευτικώς. Πρώτον, πρέπει να έχουν δοθεί από τη διοίκηση της Ένωσης στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές. Δεύτερον, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να μπορούν να δημιουργήσουν θεμιτή προσδοκία σ’ αυτόν προς τον οποίο απευθύνονται. Τρίτον, οι δοθείσες διαβεβαιώσεις πρέπει να συνάδουν προς τους ισχύοντες κανόνες (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna, C‑221/09, Συλλογή, EU:C:2011:153, σκέψεις 71 και 72· της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle, C‑545/11, Συλλογή, EU:C:2013:169, σκέψεις 23 έως 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· της 18ης Ιουνίου 2010, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής, T‑549/08, Συλλογή, EU:T:2010:244, σκέψη 71, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Applied Microengineering κατά Επιτροπής, T‑387/09, Συλλογή, EU:T:2012:501, σκέψεις 57 και 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

76      Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι, καίτοι η δυνατότητα επικλήσεως της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ως θεμελιώδους αρχής του δικαίου της Ένωσης, παρέχεται σε όλους τους επιχειρηματίες στους οποίους ένα θεσμικό όργανο δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες, εντούτοις, όταν ένας συνετός και ενημερωμένος επιχειρηματίας είναι σε θέση να προβλέψει τη θέσπιση μέτρου της Ένωσης ικανού να βλάψει τα συμφέροντά του, δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή αυτή μετά τη λήψη ενός τέτοιου μέτρου. Επιπροσθέτως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να τρέφουν δικαιολογημένα προσδοκίες ως προς τη διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τούτο δε ιδίως σε έναν τομέα όπως αυτός της νομισματικής πολιτικής, το αντικείμενο του οποίου απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις διακυμάνσεις της οικονομικής καταστάσεως (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Plantanol, C‑201/08, Συλλογή, EU:C:2009:539, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· AJD Tuna, σκέψη 75 ανωτέρω, EU:C:2011:153, σκέψη 73· Agrargenossenschaft Neuzelle, σκέψη 75 ανωτέρω, EU:C:2013:169, σκέψη 26, και της 19ης Οκτωβρίου 2005, Cofradía de pescadores «San Pedro de Bermeo» κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑415/03, Συλλογή, EU:T:2005:365, σκέψη 78).

77      Συγκεκριμένα, πρέπει να εξεταστεί εάν τα ανακοινωθέντα Τύπου και οι δημόσιες δηλώσεις ορισμένων στελεχών της ΕΚΤ συνιστούν συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στους ενάγοντες δικαιολογημένες προσδοκίες ότι η αξία των ελληνικών χρεογράφων τους δεν θα υποστεί υποχρεωτική απομείωση.

78      Συναφώς, διευκρινίζεται ότι τα ανακοινωθέντα Τύπου και οι δημόσιες δηλώσεις τις οποίες προσκόμισαν οι ενάγοντες ποικίλλουν ως προς το αντικείμενο και το περιεχόμενό τους. Αφενός, πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για δηλώσεις στις οποίες προέβησαν μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 2011 ο τότε πρόεδρος της ΕΚΤ J. C. Trichet και ο διάδοχός τους M. Draghi, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, είχαν σαφώς και επανειλημμένως εκφράσει την αντίθεση της ΕΚΤ στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους και στην επιλεκτική χρεοκοπία της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αφετέρου, οι ενάγοντες επικαλούνται δημόσια δήλωση του L. Bini Smaghi, μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, της 16ης Ιουνίου 2011, και ομιλία του της 15ης Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με τη «βελτίωση της οικονομικής διακυβερνήσεως και της σταθερότητας της Ένωσης, ειδικότερα στη ζώνη του ευρώ».

79      Όσον αφορά τις δηλώσεις των J. C. Trichet και M. Draghi, διαπιστώνεται ότι, λόγω, πρώτον, του γενικού χαρακτήρα τους, δεύτερον, της ελλείψεως αρμοδιότητας της ΕΚΤ —η οποία ορθώς επισημαίνεται στις εν λόγω δηλώσεις— να αποφασίσει για τυχόν αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους κράτους μέλους ευρισκόμενου σε κατάσταση επιλεκτικής στάσεως πληρωμών, και, τρίτον, της αβεβαιότητας που επικρατούσε τότε στις χρηματαγορές, ιδίως όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη της καταστάσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συγκεκριμένες και ανεπιφύλακτες διαβεβαιώσεις προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές, δεδομένου μάλιστα του ενδεχομένου το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τελικά την απόφαση να προβεί σε τέτοια αναδιάρθρωση. Συγκεκριμένα, η EKT, μολονότι σχετίζεται με την εποπτεία της εξελίξεως της οικονομικής καταστάσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της «τρόικας» που έχει συσταθεί από την ίδια, το ΔΝΤ και την Επιτροπή, εντούτοις δεν ήταν αρμόδια να αποφασίσει τη θέσπιση τέτοιου μέτρου, το οποίο εμπίπτει ως επί το πλείστον, αν όχι αποκλειστικά, στο πεδίο της κυριαρχίας και της δημοσιονομικής εξουσίας του οικείου κράτους μέλους, ιδίως της νομοθετικής εξουσίας του, και, σε ορισμένο βαθμό, στο πεδίο του συντονισμού της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών, βάσει των άρθρων 120 ΣΛΕΕ επ. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αντίθεση προς μια τέτοια αναδιάρθρωση την οποία είχαν επανειλημμένως διατυπώσει δημοσίως οι J. C. Trichet και Μ. Draghi σε ένα κλίμα αυξανόμενης αβεβαιότητας στις χρηματαγορές θα έπρεπε να εκληφθεί ως αποκλειστικά πολιτικοοικονομικής φύσεως. Ειδικότερα, με τις δηλώσεις τους αυτές, τα ως άνω πρόσωπα επιδίωκαν να προειδοποιήσουν τις χρηματαγορές, αφενός, για το ενδεχόμενο περαιτέρω επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως ή ακόμη και αφερεγγυότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας, τα χρεόγραφα της οποίας δεν θα μπορούσαν πλέον να γίνονται δεκτά από την EKT και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες ως ασφάλειες στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικών εργασιών του Ευρωσυστήματος (βλ. τη μεταγενέστερη απόφαση 2012/133) και, αφετέρου, για τους κινδύνους που θα συνεπαγόταν μια τέτοια εξέλιξη για το χρηματοοικονομικό σύστημα και για τη λειτουργία του Ευρωσυστήματος συνολικά. Επιπλέον, πέραν της αντιθέσεώς τους, οι διαδοχικοί πρόεδροι της ΕΚΤ διευκρίνιζαν ότι, εάν επερχόταν η χρεοκοπία και τα κράτη μέλη αποφάσιζαν την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, η EKT θα απαιτούσε η αναδιάρθρωση αυτή να στηριχθεί από επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να διαφυλαχθεί η ακεραιότητά της και να διατηρηθεί η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη των χρηματαγορών. Επομένως, η ΕΚΤ δεν εξέθρεψε δικαιολογημένες προσδοκίες όσον αφορά τη διατήρηση των αντιρρήσεών της σε περίπτωση που τα οικεία κράτη μέλη αποφάσιζαν τελικά να προβούν σε μια τέτοια αναδιάρθρωση ούτε βέβαια όσον αφορά την —ανύπαρκτη— εκ του νόμου δυνατότητά της να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό.

80      Όσον αφορά τις δηλώσεις του L. Bini Smaghi, τονίζεται ότι αυτός αρκέστηκε να δηλώσει δημοσίως, αφενός, ότι η EKT δεν θα μπορούσε να μετάσχει σε «παράταση της ωριμάνσεως του ελληνικού χρέους», διότι τούτο θα αντέβαινε στις διατάξεις που ισχύουν ως προς αυτήν και, αφετέρου, ότι η ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους κράτους μέλους, εάν καθίστατο αναγκαία, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο βάσει συμφωνίας μεταξύ πιστωτών και οφειλετών. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε ρητώς στη δυνατότητα των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ να θεσπίσουν CAC οι οποίες θα διευκόλυναν την εξεύρεση συμφωνίας μεταξύ των εν λόγω πιστωτών και οφειλετών για τη δίκαιη κατανομή των επιβαρύνσεων. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι ενάγοντες, με τις δηλώσεις αυτές δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να επέλθει ή να αποφασιστεί η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους ή η στάση πληρωμών εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, αλλά περιγράφεται μόνον το περιορισμένο περιθώριο χειρισμών της ΕΚΤ σε ένα τέτοιο πλαίσιο, καθώς και οι όροι υπό τους οποίους θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια αναδιάρθρωση. Επιπλέον, δεν προκύπτει καμία συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη διαβεβαίωση ότι η EKT θα αντιτασσόταν εν τέλει σε μια τέτοια αναδιάρθρωση, εφόσον αυτή αποφασιζόταν από τα κράτη μέλη ή από τα αρμόδια όργανα, ή ότι δεν θα συμμετείχε ενδεχομένως σε ένα τέτοιο μέτρο, υπό οποιαδήποτε μορφή του.

81      Επομένως, εν προκειμένω, οι δημόσιες δηλώσεις των μελών της ΕΚΤ τις οποίες επικαλούνται οι ενάγοντες δεν συνιστούν συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις ότι αποκλείεται το ενδεχόμενο αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους ούτε προέρχονται από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές κατά την έννοια της νομολογίας, οπότε ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να απορριφθεί.

82      Επαλλήλως, διευκρινίζεται ότι, όπως προβάλλει η EKT, η αγορά κρατικών χρεογράφων από επενδυτή συνιστά εξ ορισμού συναλλαγή που ενέχει οικονομικό κίνδυνο, ως εξαρτώμενη από τις διακυμάνσεις των χρηματαγορών, και ότι ορισμένοι από τους ενάγοντες αγόρασαν ελληνικά χρεόγραφα όταν είχε κορυφωθεί η οικονομική κρίση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, με κριτήριο την οικονομική κατάσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας και την αβεβαιότητα της εποχής, οι εν λόγω επενδυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συνετοί και ενημερωμένοι, κατά την έννοια της παρατιθέμενης στη σκέψη 76 ανωτέρω νομολογίας, και, συνεπώς, δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη δικαιολογημένων προσδοκιών. Αντιθέτως, βάσει των δημόσιων δηλώσεων που επικαλούνται οι ενάγοντες προς στήριξη των αιτιάσεών τους (βλ. σκέψη 78 ανωτέρω), οι εν λόγω επενδυτές τεκμαίρεται ότι γνώριζαν για την εξαιρετικά ασταθή οικονομική κατάσταση που επηρεάζει τις διακυμάνσεις της αξίας των ελληνικών χρεογράφων που είχαν αποκτήσει, καθώς και για τον όχι αμελητέο κίνδυνο επιλεκτικής έστω χρεοκοπίας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εξάλλου, όπως ορθώς προβάλλει η ΕΚΤ, ένας συνετός και ενημερωμένος επιχειρηματίας δεν θα μπορούσε, έχοντας πληροφορηθεί τις εν λόγω δημόσιες δηλώσεις, να αποκλείσει τον κίνδυνο αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους, δεδομένων των διαφορετικών απόψεων που επικρατούσαν ως προς το ζήτημα αυτό μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και των λοιπών εμπλεκομένων οργάνων ή οργανισμών, όπως η Επιτροπή, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ.

83      Τέλος, στον βαθμό που οι ενάγοντες προβάλλουν επιπλέον, στο πλαίσιο αυτό, την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, αρκεί η επισήμανση ότι δεν εξέθεσαν κανένα επιπλέον και συγκεκριμένο επιχείρημα που να εμφαίνει ότι οι ενέργειες της ΕΚΤ που προηγήθηκαν της αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους συνέτειναν στη θέσπιση ρυθμίσεως η οποία δεν ήταν αρκούντως σαφής, συγκεκριμένη και προβλέψιμη ως προς τα αποτελέσματά της (βλ., συναφώς, απόφαση της 7ης Ιουνίου 2005, VEMW κ.λπ., C‑17/03, Συλλογή, EU:C:2005:362, σκέψη 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και δεν παρέσχε στους πολίτες τη δυνατότητα να γνωρίζουν επαρκώς το εύρος των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Sudholz, C‑17/01, Συλλογή, EU:C:2004:242, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, ούτε η αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου μπορεί να γίνει δεκτή.

84      Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν παραβίαση εκ μέρους της ΕΚΤ της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή, στο ίδιο πλαίσιο, παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, δυνάμενη να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της.

–       Επί του ισχυρισμού περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των «ιδιωτών πιστωτών» και της ρήτρας pari passu

85      Στο πλαίσιο του δεύτερου ισχυρισμού τους, οι ενάγοντες προβάλλουν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των ιδιωτών πιστωτών κατά την έννοια, μεταξύ άλλων, των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες διασφάλισαν, δια της εφαρμογής της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, ότι τα ελληνικά χρεόγραφα που διατηρούν στα χαρτοφυλάκιά τους θα εξαιρεθούν από την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους κατ’ εφαρμογήν των CAC και δεν θα υποστούν μείωση της αξίας τους. Προβαίνοντας στις ενέργειες αυτές, οι οποίες απαριθμούνται στη σκέψη 71 ανωτέρω, χωρίς να λάβει υπόψη της την περιουσιακή κατάσταση των ιδιωτών πιστωτών και των αποταμιευτών, περιλαμβανομένων των εναγόντων, η ΕΚΤ παραβίασε την αρχή αυτή. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όλων των πιστωτών ή αποταμιευτών ισχύει και σε διεθνές επίπεδο ως εθιμική αρχή, αποτελεί δε γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης ή άμεση και ειδική έκφανση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων βάσει του άρθρου 10 ΣΛΕΕ και των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Η λεγόμενη ρήτρα par condicio creditorum ή pari passu, η οποία επιτάσσει την ίση μεταχείριση των πιστωτών κατά την εξόφληση, ανεξαρτήτως κατατάξεως, ισχύει, συνεπώς, και ως προς την EKT. Συγκεκριμένα, σε ανακοινωθέν Τύπου της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, σχετικά με την έναρξη του προγράμματος των Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (στο εξής: ΟΝΣ), η ΕΚΤ δέχθηκε την «ίδια μεταχείριση (pari passu) με τους ιδιώτες πιστωτές ή με άλλους πιστωτές, όσον αφορά τα ομόλογα που έχουν εκδοθεί από χώρες της ζώνης του ευρώ και έχουν αποκτηθεί από το Ευρωσύστημα μέσω των [ΟΝΣ], σύμφωνα με τους όρους των ομολόγων αυτών». Συνεπώς, η κτήση των ελληνικών χρεογράφων από την EKT στο πλαίσιο του προγράμματος επαναγοράς που θεσπίστηκε με την απόφαση 2010/281 δεν συνεπαγόταν ειδική μεταχείρισή της, η δε ΕΚΤ έπρεπε να αναλάβει πιστωτικό κίνδυνο όμοιο με τον κίνδυνο κάθε άλλου ιδιώτη ή θεσμικού επενδυτή. Οι ενάγοντες, ως κάτοχοι των ελληνικών χρεογράφων, αποτελούσαν, όπως και η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, ιδιωτικού δικαίου πιστωτές της Ελληνικής Δημοκρατίας και η ζημία που υπέστησαν θα μπορούσε να προκαλέσει τις ίδιες συστημικές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία. Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, λόγω της προηγηθείσας ανταλλαγής χρεογράφων περιλαμβανόμενων στα χαρτοφυλάκιά τους έναντι νέων τίτλων, δεν υπέστησαν τις συνέπειες «της καθοδηγούμενης και συγκεκαλυμμένης πτωχεύσεως» του Ελληνικού Δημοσίου, με συνέπεια την υποβάθμιση των λοιπών χρεογράφων που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο τέτοιας ανταλλαγής και έπρεπε να καλυφθούν «από την εναπομείνασα ικανότητας πληρωμής» του εν λόγω κράτους. Η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες επιφύλαξαν για τις ίδιες το καθεστώς του «προνομιούχου» πιστωτή, σε βάρος του ιδιωτικού τομέα, με πρόσχημα την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Περαιτέρω, με την απόφαση 2012/153, η EKT αποφάσισε παρανόμως να εξαρτήσει την καταλληλότητα των ελληνικών χρεογράφων από το πρόγραμμα επαναγοράς χρεογράφων χαμηλής αξιολογήσεως για τις πιστωτικές εργασίες του Ευρωσυστήματος υπέρ των εθνικών κεντρικών τραπεζών. Οι ενάγοντες αμφισβητούν ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη λόγω δημοσίου συμφέροντος ή βάσει των διατάξεων των Συνθηκών, δεδομένου ότι το άρθρο 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 4, ΣΕΕ και το άρθρο 13 ΣΕΕ δεν προβλέπουν τέτοιου είδους παρέκκλιση. Εν πάση περιπτώσει, η EKT δεν τεκμηρίωσε τη θέση ότι η συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 και το πρόγραμμα επαναγοράς αποκλειστικά για τις εθνικές κεντρικές τράπεζες εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρειά της στο πλαίσιο της ασκήσεως νομισματικής πολιτικής, συνέβαλλαν στη σταθερότητα των τιμών της ζώνης του ευρώ και ήταν εύλογες και αναγκαίες.

86      Η EKT αμφισβητεί ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των πιστωτών ισχύει στο πλαίσιο συμβατικών ρητρών ιδιωτικού δικαίου, καθώς ο εκδότης των χρεογράφων έχει την ευχέρεια, αλλά όχι την υποχρέωση να την ενσωματώσει στα συνοδευτικά των χρεογράφων έγγραφα. Δεν πρόκειται για γενικό κανόνα του διεθνούς δημοσίου δικαίου ή του συνταγματικού δικαίου, κοινό στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, ούτε βέβαια για γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, καθώς η εφαρμογή του εμπίπτει στην ευχέρεια του προαναφερθέντος εκδότη. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η υποχρέωση τηρήσεως της αρχής αυτής συνιστά υπέρτερο κανόνα του δικαίου της Ένωσης, θα γεννούσε έννομες υποχρεώσεις μόνο για τον εκδότη των χρεογράφων, ήτοι εν προκειμένω το Ελληνικό Δημόσιο, και όχι για τους πιστωτές του. Η ΕKT αμφισβητεί επίσης ότι ως πιστώτρια της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι συγκρίσιμη προς τους ενάγοντες, οι οποίοι είναι επενδυτές που αναζητούν υψηλές αποδόσεις και πραγματοποίησαν μια αποκλειστικά ιδιωτική επένδυση. Αντιθέτως, η EKT αγόρασε ελληνικά χρεόγραφα στη δευτερογενή αγορά των χρεογράφων αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο της εκτελέσεως της δημόσιας αποστολής που της έχει ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 4, ΣΕΕ και το άρθρο 13, παράγραφος 1, ΣΕΕ, όπως επιβεβαιώθηκε με τη δήλωση της Ευρωομάδας της 21ης Φεβρουαρίου 2012 και την αιτιολογική έκθεση του ελληνικού νόμου 4050/2012. Συγκεκριμένα, με την απόφαση 2010/281, η ΕΚΤ, έχοντας ως κύριο σκοπό τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών δυνάμει του άρθρου 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αποφάσισε να θεσπίσει προσωρινό πρόγραμμα για τις αγορές χρεογράφων, στο πλαίσιο του οποίου η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες αγόρασαν, μεταξύ άλλων, χρεόγραφα εκδοθέντα από την Ελληνική Δημοκρατία. Σκοπός των αγορών αυτών ήταν να διασφαλιστεί «η ομαλή λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, που έχει ουσιώδη σημασία για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, και να διευκολυνθεί “η αποτελεσματική άσκηση νομισματικής πολιτικής προσανατολισμένης στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα”, διά της εξασφαλίσεως […] της ρευστότητας στις αγορές ιδιωτικών και δημόσιων χρεογράφων της ζώνης του ευρώ […]», ήτοι για λόγους πολύ διαφορετικούς από αυτούς που υπαγόρευσαν τις επενδυτικές αποφάσεις άλλων ιδιωτών πιστωτών. Εξάλλου, χωρίς την εξαίρεση, από το PSI, των ελληνικών χρεογράφων που είχαν στην κατοχή τους οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, περιλαμβανομένης της ελληνικής κεντρικής τράπεζας, θα θιγόταν η οικονομική και λειτουργική ανεξαρτησία του Ευρωσυστήματος, κατά την έννοια του άρθρου 130 ΣΛΕΕ, καθώς θα επλήττετο η δυνατότητά της να αναχρηματοδοτεί τα πιστωτικά ιδρύματα και να παρεμβαίνει στις χρηματαγορές κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 18, παράγραφος 1, του καταστατικού. Επομένως, οι εν λόγω καταστάσεις δεν είναι συγκρίσιμες και, συνεπώς, οι ενάγοντες δεν μπορούν βασίμως να προβάλουν άνιση μεταχείριση.

87      Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξεταστεί εάν η καταλογιζόμενη στην ΕΚΤ συμπεριφορά συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή έχει κατοχυρωθεί με τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Sky Italia, C‑234/12, Συλλογή, EU:C:2013:496, σκέψη 15), την οποία η ΕΚΤ, ως θεσμικό όργανο της Ένωσης, υποχρεούται να τηρεί ως υπέρτερο κανόνα δικαίου της Ένωσης ο οποίος προστατεύει τους ιδιώτες. Συγκεκριμένα, η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Ο παρεμφερής χαρακτήρας διαφορετικών καταστάσεων εκτιμάται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν. Τα στοιχεία αυτά πρέπει, ιδίως, να καθορίζονται και να εκτιμώνται με γνώμονα το αντικείμενο και τον σκοπό της πράξεως της Ένωσης με την οποία καθιερώνεται η επίμαχη διάκριση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι σκοποί που διέπουν τον τομέα στον οποίο εμπίπτει η οικεία πράξη (βλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ., C‑127/07, Συλλογή, EU:C:2008:728, σκέψεις 23, 25 και 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 12ης Μαΐου 2011, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑176/09, Συλλογή, EU:C:2011:290, σκέψεις 31 και 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

88      Εν προκειμένω, πάντως, οι ενάγοντες στηρίζονται σε εσφαλμένη παραδοχή, υποστηρίζοντας ότι όλοι οι ιδιώτες που έχουν αποκτήσει ελληνικά χρεόγραφα ως αποταμιευτές ή «ιδιώτες» πιστωτές της Ελληνικής Δημοκρατίας, αφενός, και η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, αφετέρου, βρίσκονταν, βάσει των αρχών και των σκοπών των σχετικών κανόνων στους οποίους στηρίζονται οι επίμαχες ενέργειες, σε παρεμφερή ή ακόμη και σε πανομοιότυπη κατάσταση όσον αφορά την εφαρμογή της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. H επιχειρηματολογία αυτή δεν λαμβάνει υπόψη, ειδικότερα, ότι, με την επαναγορά ελληνικών χρεογράφων, ιδίως βάσει της αποφάσεως 2010/281, η EKT και οι εν λόγω εθνικές κεντρικές τράπεζες ενήργησαν στο πλαίσιο της εκτελέσεως των βασικών αποστολών που τους έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, και, ιδίως, του άρθρου 18, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του καταστατικού, με σκοπό τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και την ορθή διαχείριση της νομισματικής πολιτικής, και εντός των ορίων που θέτουν οι διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως (βλ. αιτιολογική σκέψη 5 της εν λόγω αποφάσεως).

89      Συγκεκριμένα, πρώτον, το πρόγραμμα επαναγοράς κρατικών χρεογράφων, περιλαμβανομένων των ελληνικών, το οποίο θεσπίστηκε με την απόφαση 2010/281, στηρίζεται ρητώς στο άρθρο 127, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, και, ιδίως, στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του καταστατικού και εντασσόταν, ενόψει της οικονομικής κρίσεως που αντιμετώπιζε το Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο των «[εκτάκτων περιστάσεων] που επικρατούν σήμερα στις χρηματαγορές, χαρακτηριστικό των οποίων είναι οι ισχυρές εντάσεις που εκδηλώνονται σε ορισμένους τομείς της αγοράς, παρακωλύοντας τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και, κατά συνέπεια, την αποτελεσματική άσκηση νομισματικής πολιτικής προσανατολισμένης στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα». Κατά την απόφαση αυτή, το πρόγραμμα «εντάσσεται στην ενιαία νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος», με σκοπό την «αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας των αγορών τίτλων και [την] αποκατάσταση του προσήκοντος μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής» (αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 της εν λόγω αποφάσεως). Οι λόγοι αυτοί δεν αμφισβητούνται ως τέτοιοι από τους ενάγοντες, οι οποίοι στηρίζουν τη θέση τους περί παρεμφερών καταστάσεων αποκλειστικά και μόνο στην παραδοχή ότι οι ιδιώτες επενδυτές και οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος που κατέχουν ελληνικά χρεόγραφα είναι πιστωτές του Ελληνικού Δημοσίου με ίσα δικαιώματα.

90      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του καταστατικού, «[για] την επίτευξη των στόχων του ΕΣΚΤ και την εκτέλεση των καθηκόντων του, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν», μεταξύ άλλων, «να συναλλάσσονται στις χρηματαγορές, αγοράζοντας και πωλώντας […] με οριστικές πράξεις (άμεσης και προθεσμιακής εκτελέσεως) […] απαιτήσεις και διαπραγματεύσιμους τίτλους, εκφρασμένους σε ευρώ ή άλλα νομίσματα […]». Κατά συνέπεια, το πρόγραμμα επαναγοράς κρατικών χρεογράφων και, κατά συνέπεια, η αγορά τέτοιων χρεογράφων από τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος συγκαταλέγεται στα βασικά καθήκοντα του ΕΣΚΤ κατά την έννοια του άρθρου 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και ότι, πιο συγκεκριμένα, τα μέτρα αυτά στηρίζονταν στην αρμοδιότητα που απονέμεται από το άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του καταστατικού. Εξάλλου, από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αγορά κρατικών χρεογράφων από τις εν λόγω τράπεζες στη δευτερογενή αγορά έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την επίτευξη των σκοπών του ΕΣΚΤ και την εκπλήρωση των καθηκόντων του, αποκλειομένου κάθε άλλου ξένου προς το αντικείμενο αυτό κινήτρου, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η επίτευξη υψηλών επενδυτικών αποδόσεων ή ακόμη και οι κερδοσκοπικές συναλλαγές.

91      Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι οι ενάγοντες, ως επενδυτές ή αποταμιευτές που ενήργησαν για ίδιο λογαριασμό και με γνώμονα το αποκλειστικά ιδιωτικό συμφέρον της μεγιστοποιήσεως των επενδύσεών τους, βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση από αυτή των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος. Ενώ, κατά το εφαρμοστέο ιδιωτικό δίκαιο, οι εν λόγω κεντρικές τράπεζες απέκτησαν, με την επαναγορά κρατικών χρεογράφων, όπως και οι ιδιώτες επενδυτές, την ιδιότητα του πιστωτή του κράτους οφειλέτη που έχει εκδώσει τα χρεόγραφα αυτά, το κοινό αυτό στοιχείο δεν δικαιολογεί να γίνει δεκτό ότι βρίσκονται σε παρεμφερή ή πανομοιότυπη κατάσταση με τους εν λόγω επενδυτές. Συγκεκριμένα, μια τέτοια προσέγγιση από την άποψη μόνον του ιδιωτικού δικαίου δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το νομικό πλαίσιο της αγοράς των εν λόγω τίτλων από τις κεντρικές τράπεζες ούτε τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκονται στο πλαίσιο αυτό βάσει των εφαρμοστέων κανόνων του πρωτογενούς δικαίου, των οποίων οι αρχές και οι σκοποί πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του βαθμού ομοιότητας των συγκεκριμένων καταστάσεων υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (βλ. τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 87 ανωτέρω).

92      Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες, ως ιδιώτες επενδυτές που αγόρασαν ελληνικά χρεόγραφα αποκλειστικά με γνώμονα το ιδιωτικό περιουσιακό συμφέρον τους, ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου κινήτρου των επενδυτικών αποφάσεών τους, βρίσκονται σε κατάσταση διαφορετική από αυτή των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος, των οποίων η επενδυτική απόφαση είναι απόρροια αποκλειστικά και μόνο των σκοπών γενικού συμφέροντος, όπως είναι αυτοί που διαλαμβάνονται στο άρθρο 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και στο άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του καταστατικού. Επομένως, δεδομένου ότι οι επίμαχες καταστάσεις δεν είναι παρεμφερείς, η σύναψη και η εφαρμογή της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

93      Δεύτερον, δεν ευσταθεί ούτε το επιχείρημα των εναγόντων ότι, κατ’ ουσίαν, οι ιδιώτες επενδυτές και οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση με κριτήριο τις επιπτώσεις της απομειώσεως των απαιτήσεών τους στην ευρωπαϊκή οικονομία. Κατά τους ενάγοντες, η επιβάρυνση των ιδιωτών επενδυτών στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους ενδέχεται «να προκαλέσει στην ευρωπαϊκή οικονομία τις ίδιες συστημικές επιπτώσεις» που θα είχε η αντίστοιχη συμμετοχή των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος στην εν λόγω αναδιάρθρωση, από την οποία οι τράπεζες αυτές εξαιρέθηκαν διά της συνάψεως και της εφαρμογής της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, με το επιχείρημα αυτό, οι ενάγοντες εννοούν ότι το PSI και η διαδικασία στο πλαίσιο των CAC μπορούσαν να προκαλέσουν βαρύ πλήγμα στην εμπιστοσύνη των ιδιωτών και των θεσμικών επενδυτών στην εγγενή αξία των ελληνικών χρεογράφων και, συνεπώς, στην αξιοπιστία του Ελληνικού Δημοσίου ως οφειλέτη —φόβος που αποτέλεσε την αιτία της αρχικής αντιθέσεως της ΕΚΤ στην επιλεκτική χρεοκοπία της Ελληνικής Δημοκρατίας και στη μερική αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της (βλ. σκέψεις 78 έως 80 ανωτέρω)—, οι ενάγοντες δεν διευκρίνισαν ούτε τεκμηρίωσαν τη θέση τους ότι οι συνέπειες αυτές θα ήταν συγκρίσιμες προς εκείνες τις οποίες θα υφίσταντο οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος και οι οποίες θα μπορούσαν να διαταράξουν τη λειτουργία του συστήματος αυτού στον ίδιο βαθμό. Αντιθέτως, όπως τόνισαν οι ίδιοι οι ενάγοντες, δεδομένης της συνολικής αξίας των ελληνικών χρεογράφων που είχαν αποκτήσει και κατείχαν οι κεντρικές τράπεζες, τυχόν συμμετοχή των εν λόγω τραπεζών στην αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους κράτους μέλους της ζώνης του ευρώ, ανεξαρτήτως του αν αυτή ήταν νόμιμη ή όχι βάσει του άρθρου 123 ΣΛΕΕ (βλ. σκέψη 114 κατωτέρω), ενείχε τον κίνδυνο να πληγεί η χρηματοοικονομική ακεραιότητα του Ευρωσυστήματος συνολικά και, ιδίως, η δυνατότητά του να συναλλάσσεται στις χρηματαγορές και να αναχρηματοδοτεί τα πιστωτικά ιδρύματα δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού. Συναφώς, διευκρινίζεται ότι τα κρατικά χρεόγραφα αποτελούν ταυτόχρονα ασφάλειες τις οποίες οι εν λόγω κεντρικές τράπεζες πρέπει κανονικά να δέχονται στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών εργασιών εντός του Ευρωσυστήματος και προκειμένου να διατηρούν την πρόσβαση των εθνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε ρευστότητα (βλ. σημείο 6 της γενικής τεκμηριώσεως, στη σκέψη 4 ανωτέρω). Κατά συνέπεια, η αιτίαση ότι η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες επιφύλαξαν για τις ίδιες το καθεστώς του «προνομιούχου» πιστωτή, σε βάρος του ιδιωτικού τομέα, «με πρόσχημα την άσκηση της νομισματικής πολιτικής», κρίνεται επίσης απορριπτέα.

94      Τρίτον, στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα των εναγόντων ότι, με την απόφαση 2012/153, η EKT αποφάσισε παρανόμως να εξαρτήσει την καταλληλότητα των ελληνικών χρεογράφων από το πρόγραμμα επαναγοράς χρεογράφων χαμηλής αξιολογήσεως για τις πιστωτικές εργασίες του Ευρωσυστήματος υπέρ των εθνικών κεντρικών τραπεζών. Κατά το μέτρο που, με το επιχείρημα αυτό, προβάλλεται άνιση μεταχείριση της ΕΚΤ σε βάρος των ιδιωτών επενδυτών και ειδικότερα των εναγόντων, οι ενάγοντες δεν διευκρίνισαν ούτε τεκμηρίωσαν τη θέση τους ότι βρίσκονταν σε κατάσταση παρεμφερή με αυτή των εθνικών κεντρικών τραπεζών. Όπως έχει αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο με τη διάταξη Accorinti κ.λπ. κατά EKT, σκέψη 44 ανωτέρω (EU:T:2014:611, σκέψεις 76 έως 78), η υποχρέωση της Ελληνικής Δημοκρατίας να παράσχει πιστωτική ενίσχυση προς όφελος των εθνικών κεντρικών τραπεζών υπό μορφή προγράμματος αγοράς θεμελιώνεται μεν νομικά στην απόφαση 2012/153, πλην όμως σκοπός της εν λόγω υποχρεώσεως ήταν μόνο να διατηρηθεί η δυνατότητα των ως άνω κεντρικών τραπεζών να δέχονται τα ελληνικά χρεόγραφα ως κατάλληλες ασφάλειες για τις χρηματοπιστωτικές εργασίες του Ευρωσυστήματος κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού, διότι, χωρίς αυτή την πιστωτική ενίσχυση, τα εν λόγω χρεόγραφα δεν θα πληρούσαν τις ελάχιστες απαιτήσεις του Ευρωσυστήματος για τα όρια πιστοληπτικής διαβαθμίσεως βάσει των σχετικών κριτηρίων της γενικής τεκμηριώσεως. Συνεπώς, η εν λόγω υποχρέωση διασφάλιζε τη διατήρηση του περιθωρίου χειρισμών των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος βάσει των διατάξεων του άρθρου 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού, και, ως εκ τούτου, αφορούσε κατάσταση μη συγκρίσιμη με αυτή των ιδιωτών επενδυτών. Συγκεκριμένα, εφόσον οι ιδιώτες επενδυτές απέκτησαν και κατείχαν ελληνικά χρεόγραφα για σκοπούς αποκλειστικά ιδιωτικής φύσεως, δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος στις οποίες έχουν ανατεθεί εξουσίες και καθήκοντα βάσει των ως άνω διατάξεων. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να ζητήσουν, βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να ωφεληθούν και αυτοί από πρόγραμμα επαναγοράς των χρεογράφων τους από το Ελληνικό Δημόσιο.

95      Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο με τη διάταξη Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, σκέψη 44 ανωτέρω (EU:T:2014:611, σκέψη 85), η επιβληθείσα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2012/153 πιστωτική ενίσχυση διασφάλιζε τη διατήρηση της καταλληλότητας του συνόλου των καλυπτόμενων από αυτήν ελληνικών χρεογράφων, περιλαμβανομένων εκείνων που αποτέλεσαν αντικείμενο μετατροπής βάσει των CAC. Συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση προστάτευε τα χρεόγραφα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των χρεογράφων που κατείχαν και εμπορεύονταν οι ενάγοντες, από την επιπλέον απώλεια της αξίας που θα μπορούσε να προκύπτει σε περίπτωση μειώσεως της διαβαθμίσεώς τους ή ακόμη και σε περίπτωση αφερεγγυότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, ούτε από την άποψη αυτή δύνανται οι ενάγοντες να ισχυριστούν ότι υπήρξε άνιση μεταχείριση σε βάρος τους.

96      Επομένως, όσον αφορά τις προβληθείσες πτυχές και ενέργειες, περιλαμβανομένης της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 και της αποφάσεως 2012/153, οι ενάγοντες δεν βρίσκονταν σε κατάσταση παρεμφερή, ούτε βέβαια πανομοιότυπη, με τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, οπότε δεν μπορεί να διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

97      Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν παραβίαση εκ μέρους της ΕΚΤ της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, δυνάμενη να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της.

98      Δεύτερον, όσον αφορά τις αιτιάσεις που στηρίζονται στη ρήτρα pari passu, επισημαίνεται, πρώτον, ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου κανόνα στην έννομη τάξη της Ένωσης.

99      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η περίσταση την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, ότι η Principles Consultative Group (PCG), στην έκθεσή της του 2010 με τίτλο «Principles for Stable Capital Flows and Fair Debt Restructuring in Emerging Markets», πρότεινε να καθιερωθεί, όσον αφορά τις «αναδυόμενες αγορές», η εφαρμογή της ρήτρας pari passu σε διεθνές επίπεδο είναι αλυσιτελής όσον αφορά το αν υφίσταται τέτοιος κανόνας στην έννομη τάξη της Ένωσης. Ομοίως, οι ενάγοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς τον κανονισμό (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160, σ. 1). Με τον εν λόγω κανονισμό διαπιστώνεται η ύπαρξη σημαντικών αποκλίσεων ως προς το ζήτημα αυτό μεταξύ των εθνικών εννόμων τάξεων, περιλαμβανομένης της προνομιακής μεταχειρίσεως των πιστωτών (αιτιολογική σκέψη 11 του ίδιου κανονισμού), και θεσπίζονται μόνον ενιαίοι κανόνες για την άρση των συγκρούσεων μεταξύ νομοθεσιών, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να συντονίζεται η κατανομή του προϊόντος της εκκαθαρίσεως, προς εξασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των πιστωτών στον μέγιστο δυνατό βαθμό (αιτιολογικές σκέψεις 21 και 23 του εν λόγω κανονισμού).

100    Κατά τα λοιπά, εφόσον η επιβολή της ρήτρας pari passu ως κανόνα συνεπαγόταν την ίση μεταχείριση των πιστωτών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διαφορετική κατάσταση στην οποία βρίσκονται, αφενός, οι ιδιώτες επενδυτές και, αφετέρου, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, οι οποίες ενεργούν στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων που υπέχουν από το άρθρο 127 ΣΛΕΕ και το άρθρο 18 του καταστατικού, η αναγνώριση της υπάρξεως τέτοιου κανόνα στην έννομη τάξη της Ένωσης θα προσέκρουε στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή διευκρινίζεται με τη σκέψη 87 ανωτέρω.

101    Δεύτερον, κατά συνέπεια, μόνον η ενσωμάτωσή της στις συμβατικές ρήτρες, περιλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την έκδοση και πώληση κρατικών χρεογράφων, οι οποίες διέπουν τη σχέση μεταξύ εκδότη και οφειλέτη, αφενός, και κατόχου και δανειστή, αφετέρου, ενός χρεογράφου θα μπορούσε, ενδεχομένως, να προσδώσει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα στη ρήτρα pari passu. Ο δεσμευτικός χαρακτήρας της ρήτρας αυτής εξαρτάται, συνεπώς, από την απόφαση του εκδότη των οικείων χρεογράφων, ιδίως στο πλαίσιο των γενικών όρων από τους οποίους διέπεται η έκδοσή τους, να υπαχθεί στην εφαρμογή της εν λόγω ρήτρας, δεσμευόμενος να μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο όλους τους πιστωτές του. Όπως ορθώς υποστηρίζει η EKT, εν προκειμένω, προκύπτει, εξάλλου, ότι ο εκδότης των ελληνικών χρεογράφων που ενδεχομένως δεσμεύεται από τη ρήτρα pari passu είναι το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, και όχι οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος οι οποίες είναι πιστώτριες και κάτοχοι τέτοιων τίτλων.

102    Τέλος, είναι αβάσιμη η εκ μέρους των εναγόντων επίκληση της αποφάσεως της ΕΚΤ για τις ΟΝΣ, η οποία είναι μεταγενέστερη των περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως και, δεδομένων των ειδικών όρων της και του ειδικού πεδίου εφαρμογής της, ήτοι ύπαρξη ολοκληρωμένου προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής ή προληπτικού προγράμματος του ΕΤΧΣ και του ΕΜΣ, αφορά καταστάσεις μη συγκρίσιμες με την πρωτοφανή κρίση δημοσίου χρέους που αντιμετώπισε η Ελληνική Δημοκρατία στις αρχές του 2012, καταστάσεις στο πλαίσιο των οποίων η εφαρμογή της ρήτρας pari passu εξαρτάται από τους όρους εκδόσεως που έχει θεσπίσει ο οφειλέτης εκδότης των οικείων χρεογράφων (βλ. σκέψη 37 ανωτέρω).

103    Επομένως, ο υπό κρίση ισχυρισμός είναι απορριπτέος στο σύνολό του.

–       Επί του ισχυρισμού περί καταχρήσεως εξουσίας και περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, «της συνοχής και της ορθολογικότητας»

104    Στο πλαίσιο του τρίτου ισχυρισμού, οι ενάγοντες προσάπτουν στην EKT, αφενός, κατάχρηση εξουσίας, υποστηρίζοντας ότι η EKT δεν διαθέτει την εξουσία —ή έστω καταχράστηκε την εν λόγω εξουσία— να προστατεύει τον ισολογισμό της από ζημίες τις οποίες πρέπει να επωμίζονται οι ιδιώτες πιστωτές, και, αφετέρου, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, «της συνοχής και της ορθολογικότητας» η οποία απορρέει από «τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και του άρθρου 296 ΣΛΕΕ». Διασφαλίζοντας, προς ίδιο συμφέρον και προς το συμφέρον των εθνικών κεντρικών τραπεζών, ευνοϊκή μεταχείριση σε βάρος των ιδιωτών πιστωτών, χρησιμοποιώντας εξουσίες τις οποίες δεν διαθέτουν οι ενάγοντες, η EKT ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας. Συγκεκριμένα, το μέτρο αυτό δεν εντασσόταν στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής που αποσκοπεί στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών. Εξάλλου, με τη συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, η EKT προστάτευσε τους οικονομικούς πόρους της, αποφεύγοντας τις απώλειες που μόνον οι ιδιώτες πιστωτές και αποταμιευτές υπέστησαν, χωρίς να διαθέτει εξουσία προς τούτο ή, έστω, καταχρώμενη την εξουσία αυτή, «καθορίζοντας την πιστωτική ενίσχυση που είχε αποφασιστεί από τους αρχηγούς των κρατών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ στις 21 Ιουλίου 2011». Κατά τους ενάγοντες, η εν λόγω κατάχρηση εξουσίας απορρέει από την έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον συγκεκριμένο σκοπό τον οποίον επιδίωκε η ΕΚΤ διά των θεσπισθέντων μέτρων, τα οποία είναι, συνεπώς, και από την άποψη αυτή αυθαίρετα. Συγκεκριμένα, κύριος, αν όχι αποκλειστικός σκοπός των ενεργειών της ΕΚΤ ήταν να δημιουργήσει καθεστώς προνομιούχου πιστωτή, ώστε να αποφύγει, σε αντίθεση με τους ιδιώτες πιστωτές, την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Εν πάση περιπτώσει, οι ενέργειες αυτές της ΕΚΤ, όπως και οι αποφάσεις της δεν συνάδουν προς τις αρχές της αναλογικότητας, της συνοχής και της ορθολογικότητας. Τέλος, παραλείποντας, κατά τις διαπραγματεύσεις ενόψει της συμφωνίας ανταλλαγής με την Ελληνική Δημοκρατία, να λάβει υπόψη της την ιδιαίτερη κατάσταση των ιδιωτών επενδυτών, η EKT παρέβη υπέρτερους κανόνες του δικαίου της Ένωσης και υπέπεσε σε σοβαρή και πρόδηλη υπέρβαση των ορίων ασκήσεως των εξουσιών της. Κατά συνέπεια, οι ιδιώτες πιστωτές ήταν οι μόνοι που υπέστησαν, κατά τρόπο αδικαιολόγητο και «τιμωρητικό», τις δυσάρεστες συνέπειες της επιβληθείσας αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους, ενώ η EKT, που ήταν ο σημαντικότερος πιστωτής, τις απέφυγε. Ωστόσο, η μείωση της ονομαστικής αξίας των ελληνικών χρεογράφων που εντάχθηκαν στο PSI θα ήταν οπωσδήποτε μικρότερη, εάν η EKT είχε μετάσχει κανονικά στην αναδιάρθρωση όπως οι ιδιώτες πιστωτές.

105    Η ΕΚΤ ζητεί την απόρριψη του εξεταζόμενου ισχυρισμού. Υποστηρίζει ότι είχε συμβουλευτικό μόνο ρόλο κατά τις πολύπλοκες διαπραγματεύσεις σε πολιτικό και μακροοικονομικό επίπεδο, οι οποίες αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της υποστηρίξεως πολυάριθμων πιστωτών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να αποφευχθεί η στάση πληρωμών της Ελληνικής Δημοκρατίας, και κατέληξαν στο PSI. Επιπλέον, η ΕΚΤ δεν είναι υποχρεωμένη να δικαιολογήσει τη θεσπισθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία νομοθεσία υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Όσον αφορά το αν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης η απόφαση της Ελληνικής Δημοκρατίας να εξαιρέσει την ΕΚΤ από το PSI, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο συμβουλευτικός ρόλος της ΕΚΤ συνιστά μη προσήκουσα χρήση των εξουσιών της. Η διαπραγμάτευση ενόψει της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 ήταν απαραίτητη από τεχνικής απόψεως, ώστε να διασφαλιστεί η εφαρμογή της αποφάσεως του Έλληνα νομοθέτη. Δεν υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά την ΕΚΤ, οι ενέργειες της οποίας ήταν συμβατές με το καθήκον της να προστατεύει τη χρηματοοικονομική ανεξαρτησία της, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί από τη Συνθήκη ΛΕΕ.

106    Τονίζεται, καταρχάς, ότι μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από τους προβαλλόμενους ή με σκοπό την παράκαμψη διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2008, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου, T‑256/07, Συλλογή, EU:T:2008:461, σκέψη 151 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

107    Διαπιστώνεται ότι, με τον υπό κρίση ισχυρισμό, οι ενάγοντες αμφισβητούν τη νομιμότητα των ενεργειών της ΕΚΤ ουσιαστικά για τους ίδιους λόγους με εκείνους που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου ισχυρισμού. Ωστόσο, βάσει των προεκτεθέντων στις σκέψεις 87 έως 96 ανωτέρω, οι ενάγοντες δεν παρέθεσαν αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις που να εμφαίνουν ότι, όσον αφορά τις προσαπτόμενες ενέργειες, η EKT ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, καταχράστηκε την ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει βάσει του άρθρου 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 18, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού, ή υπέπεσε σε πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της εν λόγω ευχέρειας ή των αρμοδιοτήτων της στον τομέα της νομισματικής πολιτικής κατά την έννοια των αρχών που παρατίθενται στις σκέψεις 67 έως 69 ανωτέρω.

108    Συγκεκριμένα, η δήθεν εξασφάλιση, διά της συνάψεως και εφαρμογής της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, της «ιδιότητας του προνομιούχου πιστωτή» υπέρ των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος, προς αποφυγή της αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους στο πλαίσιο του PSI και κατ’ εφαρμογήν των CAC, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική ή ως υπέρβαση των ορίων των αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ. Αντιθέτως, τα μέτρα αυτά εντάσσονταν στο πλαίσιο της ασκήσεως των βασικών αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της, διότι αποσκοπούσαν ακριβώς στη διατήρηση του περιθωρίου χειρισμών των εν λόγω κεντρικών τραπεζών και στη συνέχιση της ομαλής λειτουργίας του Ευρωσυστήματος (βλ. σκέψη 93 ανωτέρω). Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση 2012/153 κατά το μέρος που η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεώνεται να παράσχει στις εθνικές κεντρικές τράπεζες πιστωτική ενίσχυση, προκειμένου αυτές να εξακολουθήσουν να δέχονται τα ελληνικά χρεόγραφα ως κατάλληλες ασφάλειες για τις χρηματοπιστωτικές εργασίες του Ευρωσυστήματος κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού (βλ. σκέψη 94 ανωτέρω).

109    Επομένως, οι αιτιάσεις περί καταχρήσεως εξουσίας κρίνονται απορριπτέες.

110    Τέλος, τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη των αιτιάσεων περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, «της συνοχής και της ορθολογικότητας», καθώς και περί παραβάσεως απορρέουσας από «τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και του άρθρου 296 ΣΛΕΕ» είναι συνοπτικά, ασαφή και αόριστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό εάν και κατά πόσον οι αιτιάσεις αυτές διαφέρουν από αυτές που έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί. Επομένως, οι εν λόγω αιτιάσεις κρίνονται επίσης απορριπτέες.

111    Επομένως, οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του τρίτου ισχυρισμού δεν μπορούν να γίνουν δεκτές και δεν αρκούν προς στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΚΤ.

–       Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως των άρθρων 123 ΣΛΕΕ και 127 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 21 του καταστατικού

112    Στο πλαίσιο του τέταρτου ισχυρισμού, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η EKT παρέβη τα άρθρα 123 ΣΛΕΕ και 127 ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 21 του καταστατικού. Έχει υποπέσει σε πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει βάσει των κανόνων αυτών, επειδή διαπραγματεύθηκε τη συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 και εξασφάλισε καθεστώς προνομιούχου πιστωτή, χωρίς αυτό να προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο επειδή η EKT βρισκόταν σε σύγκρουση συμφερόντων, λόγω της θέσεώς της στην «τρόικα» και στην Ευρωομάδα, της ιδιότητάς της ως πιστωτή της Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς και της ιδιότητάς της του θεματοφύλακα της νομισματικής πολιτικής κατά την έννοια του άρθρου 127 ΣΛΕΕ. Τα μέτρα αυτά δεν δικαιολογούνται από την ανεξαρτησία ή την αυτοτέλεια της ΕΚΤ, όπως αυτές κατοχυρώνονται από τις Συνθήκες, καθώς οι παρεμβάσεις και οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ΕΚΤ αποσκοπούν στην επίτευξη των γενικών σκοπών της Ένωσης και πρέπει να συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης, μέρος του οποίου είναι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Οι ενάγοντες προβάλλουν ακόμη ότι «η EKT είτε έχει παραβιάσει, διά υπερβάσεως ή καταχρήσεως εξουσίας, τις αρμοδιότητές της που απορρέουν από το άρθρο 127 ΣΛΕΕ, είτε έχει παραβιάσει το άρθρο 123 ΣΛΕΕ». Κατά τους ενάγοντες, η σταθερότητα των τιμών αποτελεί βεβαίως σκοπό της νομισματικής πολιτικής, αλλά η χρηματοοικονομική σταθερότητα που επιτυγχάνεται διά της αγοράς κρατικών χρεογράφων χώρας της ζώνης του ευρώ η οποία αντιμετωπίζει δυσχέρειες δεν συγκαταλέγεται στα καθήκοντα του Ευρωσυστήματος.

113    Η ΕΚΤ ζητεί την απόρριψη του εξεταζόμενου ισχυρισμού.

114    Αρκεί η διαπίστωση ότι η προβαλλόμενη προς στήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού επιχειρηματολογία είναι ιδιαίτερα αόριστη και σύντομη, συμπίπτει δε ως επί το πλείστον με αυτή που προβλήθηκε προς στήριξη του δεύτερου και του τρίτου ισχυρισμού, οπότε τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 87 έως 96 και 107 έως 110 ανωτέρω ισχύουν mutatis mutandis. Επιπλέον, η επιχειρηματολογία αυτή εμπεριέχει αντίφαση, διότι στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 123 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του καταστατικού. Συγκεκριμένα, όπως προβάλλουν οι ίδιοι οι ενάγοντες, οι προσαπτόμενες στην ΕΚΤ ενέργειες, ειδικότερα η σύναψη της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, αποσκοπούσαν στην αποφυγή της συμμετοχής των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, θυσιάζοντας μέρος της αξίας των ελληνικών χρεογράφων που κατείχαν στα χαρτοφυλάκιά τους. Σημειωτέον, ωστόσο, ότι μια τέτοια άνευ όρων συμμετοχή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συναλλαγή εξομοιούμενη, λόγω των αποτελεσμάτων της, με την απευθείας αγορά, από τις εν λόγω κεντρικές τράπεζες, κρατικών χρεογράφων, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 123 ΣΛΕΕ.

115    Επομένως, οι αιτιάσεις που προβάλλονται στο πλαίσιο του τέταρτου ισχυρισμού δεν μπορούν να γίνουν δεκτές και δεν αρκούν προς στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΚΤ.

116    Βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κανένας από τους ισχυρισμούς περί ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλαν οι ενάγοντες δεν πληροί την πρώτη προϋπόθεση στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΚΤ, κατά την έννοια του άρθρου 340, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Επομένως, για τον λόγο αυτόν και μόνο, τα αιτήματα αποζημιώσεως είναι απορριπτέα κατά το μέρος που στηρίζονται σε εξωσυμβατική ευθύνη της ΕΚΤ λόγω παράνομης πράξεως, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ προβαλλόμενης συμπεριφοράς και προβαλλόμενης ζημίας.

  1. Επί της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΚΤ λόγω νόμιμης κανονιστικής πράξεως

117    Επικουρικώς, οι ενάγοντες προβάλλουν ότι υπέστησαν ασυνήθη και ειδική ζημία κατά την έννοια της νομολογίας, για την οποία δικαιούνται αποζημίωση, ακόμη και αν δεν υφίσταται παράνομη πράξη της ΕΚΤ. Εν προκειμένω, υπέστησαν «υπέρμετρη και αφόρητη προσβολή της ουσίας αυτής καθαυτήν» του δικαιώματός τους ιδιοκτησίας ως κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων, διότι η ονομαστική αξία των εν λόγω τίτλων μειώθηκε δυσανάλογα.

118    Η EKT αμφισβητεί τόσο την ύπαρξη ευθύνης απορρέουσας από νόμιμη πράξη στο δίκαιο της Ένωσης όσο και, εν προκειμένω, την ύπαρξη ασυνήθους και ειδικής ζημίας.

119    Όσον αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης λόγω νόμιμης πράξεως εμπίπτουσας στη σφαίρα της κανονιστικής αρμοδιότητάς της, αποτελεί πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία ισχύει mutatis mutandis για την εξωσυμβατική ευθύνη της ΕΚΤ βάσει του άρθρου 340, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, η συγκριτική εξέταση των εννόμων τάξεων των κρατών μελών δεν παρέχει τη δυνατότητα να αναγνωρισθεί η ύπαρξη καθεστώτος εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης εκ της νομίμου ασκήσεως, από μέρους της, των κανονιστικών αρμοδιοτήτων της (βλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑12/13 P και C‑13/13 P, Συλλογή, EU:C:2014:2284, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εν προκειμένω, πάντως, ορισμένες από τις πράξεις στις οποίες αναφέρονται οι ενάγοντες, όπως η απόφαση 2012/153, εμπίπτουν στην άσκηση εκ μέρους της EKT των κανονιστικών αρμοδιοτήτων της. Επομένως και για τον λόγο αυτόν και μόνον, το αίτημα αποζημιώσεως είναι απορριπτέο όσον αφορά τις πράξεις γενικής ισχύος που εξέδωσε η EKT ή την άρνησή της να εκδώσει πράξη όπως αυτές για τις οποίες γίνεται λόγος στη σκέψη 71 ανωτέρω.

120    Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι, εν προκειμένω, ακόμη και αν αναγνωριζόταν καταρχήν η ύπαρξη τέτοιας ευθύνης, οι ενάγοντες δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι υπέστησαν ασυνήθη και ειδική ζημία δυνάμενη να τη στοιχειοθετήσει. Συγκεκριμένα, αποτελεί πάγια νομολογία ότι, αφενός, η ζημία χαρακτηρίζεται «ασυνήθης», εφόσον υπερβαίνει τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι εγγενείς στις δραστηριότητες του οικείου κλάδου οικονομικής δραστηριότητας (βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012, Syndicat des thoniers méditerranéens κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑574/08, EU:T:2012:583, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αφετέρου, η ζημία πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «ειδική», εάν η οικεία πράξη θίγει συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων κατά τόπο δυσανάλογο σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις (αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1998, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑184/95, Συλλογή, EU:T:1998:74, σκέψη 80, και της 10ης Φεβρουαρίου 2004, Afrikanische Frucht-Compagnie και Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑64/01 και T‑65/01, Συλλογή, EU:T:2004:37, σκέψη 151).

121    Εν προκειμένω, η ζημία για την οποία κάνουν λόγο οι ενάγοντες δεν υπερβαίνει τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι εγγενείς στις εμπορικές δραστηριότητες του χρηματοπιστωτικού κλάδου, στις συναλλαγές επί εμπορεύσιμων κρατικών χρεογράφων, ιδίως σε περίπτωση που, όπως συμβαίνει με την Ελληνική Δημοκρατία από τα τέλη του 2009, έχει μειωθεί η πιστοληπτική αξιολόγηση του οικείου κράτους. Αντιθέτως, πέραν της γενικής αρχής κατά την οποία κάθε πιστωτής οφείλει να επωμίζεται τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη του, ακόμη και αν ο οφειλέτης αυτός είναι κράτος, οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιούνται σε αγορές ιδιαίτερα ασταθείς, με πολλά απρόοπτα και κινδύνους μη δυνάμενους να ελεγχθούν όσον αφορά τη μείωση ή την αύξηση της αξίας τέτοιων χρεογράφων, πράγμα που ενδέχεται να αποτελέσει κίνητρο για την επίτευξη υψηλών αποδόσεων σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν είχαν εμπλακεί όλοι οι ενάγοντες σε κερδοσκοπικής φύσεως συναλλαγές, θα έπρεπε, πάντως, να έχουν επίγνωση των εν λόγω απροόπτων και κινδύνων όσον αφορά το ενδεχόμενο σημαντικής απώλειας της αξίας των αποκτηθέντων χρεογράφων. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι, ακόμη και πριν το έναυσμα της οικονομικής κρίσεως την οποία αντιμετωπίζει το Ελληνικό Δημόσιο από το 2009, το χρέος και τα ελλείμματά του βρίσκονταν ήδη σε υψηλά επίπεδα. Επομένως, η προκληθείσα από το PSI ζημία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ασυνήθης» κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας.

122    Επίσης, η ζημία αυτή δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ως «ειδική», διότι οι ενάγοντες υπήχθησαν, όπως και οι λοιποί ιδιώτες επενδυτές, πλην βεβαίως των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος, στο PSI και τον μηχανισμό απομειώσεως που θεσπίστηκε με τον ελληνικό νόμο 4050/2012. Υπό τις συνθήκες αυτές και δεδομένου του μεγάλου αριθμού των οικείων επενδυτών, οι οποίοι προσδιορίζονται με τον εν λόγω νόμο κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, βάσει, μεταξύ άλλων, του αριθμού σειράς των επίμαχων χρεογράφων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες ανήκουν σε ειδική κατηγορία κατόχων χρεογράφων οι οποίοι έχουν πληγεί κατά τρόπο δυσανάλογο σε σχέση με άλλους κατόχους.

123    Βάσει των προεκτεθέντων, η αγωγή κρίνεται στο σύνολό της απορριπτέα, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστούν τα αποδεικτικά στοιχεία που προβλήθηκαν για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως, να υποχρεωθεί η ΕΚΤ να προσκομίσει τη συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 ή να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας.

 Επί των δικαστικών εξόδων

124    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι ενάγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της EKT.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αγωγή.

2)      Καταδικάζει τον Alessandro Accorinti και τους λοιπούς ενάγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα στα δικαστικά έξοδα.

Prek Labucka Kreuschitz

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Οκτωβρίου 2015.

(υπογραφές)

Παράρτημα

Michael Acherer, κάτοικος Bressanone (Ιταλία),

Giuliano Agostinetti, κάτοικος Mestre (Ιταλία),

Marco Alagna, κάτοικος Μιλάνου (Ιταλία),

Riccardo Alagna, κάτοικος Μιλάνου,

Agostino Amalfitano, κάτοικος Forio (Ιταλία),

Emanuela Amsler, κάτοικος Τορίνου (Ιταλία),

Francine Amsler, κάτοικος Τορίνου,

Alessandro Anelli, κάτοικος Bellinzago Novarese (Ιταλία),

Angelo Giovanni Angione, κάτοικος Potenza (Ιταλία),

Giancarlo Antonelli, κάτοικος Βερόνας (Ιταλία),

Giuseppe Aronica, κάτοικος Licata (Ιταλία),

Elisa Arsenio, κάτοικος Sesto San Giovanni (Ιταλία),

Pasquale Arsenio, κάτοικος Sesto San Giovanni,

Luigi Azzano, κάτοικος Concordia Sagittaria (Ιταλία),

Giovanni Baglivo, κάτοικος Lecce (Ιταλία),

Mario Bajeli, κάτοικος Bergamo (Ιταλία),

Mario Stefano Baldoni, κάτοικος Matera (Ιταλία),

Giulio Ballini, κάτοικος Lonato (Ιταλία),

Antonino Barbara, κάτοικος Νάπολης (Ιταλία),

Armida Baron, κάτοικος Cassola (Ιταλία),

Paolo Baroni, κάτοικος Ρώμης (Ιταλία),

Lucia Benassi, κάτοικος Scandiano (Ιταλία),

Michele Benelli, κάτοικος Madignano (Ιταλία),

Erich Bernard, κάτοικος Lana (Ιταλία),

Flaminia Berni, κάτοικος Ρώμης,

Luca Bertazzini, κάτοικος Μόντσας (Ιταλία),

Adriano Bianchi, κάτοικος Casale Corte Cerro (Ιταλία),

Massimiliano Bigi, κάτοικος Montecchio Emilia (Ιταλία),

Daniele Fabrizio Bignami, κάτοικος Μιλάνου,

Sergio Borghesi, κάτοικος Coredo (Ιταλία),

Borghesi Srl, με έδρα το Cles (Ιταλία),

Sergio Bovini, κάτοικος Cogoleto (Ιταλία),

Savino Brizzi, κάτοικος Τορίνου,

Annunziata Brum, κάτοικος Badiola (Ιταλία),

Christina Brunner, κάτοικος Laives (Ιταλία),

Giovanni Busso, κάτοικος Caselette (Ιταλία),

Fabio Edoardo Cacciuttolo, κάτοικος Μιλάνου,

Vincenzo Calabrò, κάτοικος Ρώμης,

Carlo Cameranesi, κάτοικος Ανκόνας (Ιταλία),

Giuseppe Campisciano, κάτοικος Besana in Brianza (Ιταλία),

Allegra Canepa, κάτοικος Πίζας (Ιταλία),

Luca Canonaco, κάτοικος Κόμο (Ιταλία),

Piero Cantù, κάτοικος Vimercate (Ιταλία),

Fabio Capelli, κάτοικος Tortone (Ιταλία),

Gianluca Capello, κάτοικος Σαν Ρέμο (Ιταλία),

Sergio Capello, κάτοικος Σαν Ρέμο,

Filippo Caracciolo Di Melito, κάτοικος Lucques (Ιταλία),

Mario Carchini, κάτοικος Carrare (Ιταλία),

Elena Carra, κάτοικος Ρώμης,

Claudio Carrara, κάτοικος Nembro (Ιταλία),

Filippo Carosi, κάτοικος Ρώμης,

Ivan Michele Casarotto, κάτοικος Βερόνας,

Anna Maria Cavagnetto, κάτοικος Τορίνου,

Gabriele Lucio Cazzulani, κάτοικος Segrate (Ιταλία),

Davide Celli, κάτοικος Ρίμινι (Ιταλία),

Antonio Cerigato, κάτοικος Φεράρας (Ιταλία),

Paolo Enrico Chirichilli, κάτοικος Ρώμης,

Celestino Ciocca, κάτοικος Ρώμης,

Mariagiuseppa Civale, κάτοικος Μιλάνου,

Benito Colangelo, κάτοικος Bollate (Ιταλία),

Roberto Colicchio, κάτοικος Μιλάνου,

Edoardo Colli, κάτοικος Τεργέστης (Ιταλία),

Nello Paolo Colombo, κάτοικος Casatenovo (Ιταλία),

Mario Concini, κάτοικος Tuenno (Ιταλία),

Marika Congestrì, κάτοικος S. Onofrio (Ιταλία),

Luigi Corsini, κάτοικος Pistoia (Ιταλία),

Maria Chiara Corsini, κάτοικος Γένοβας (Ιταλία),

Aniello Cucurullo, κάτοικος Civitavecchia (Ιταλία),

Roberto Cugola, κάτοικος Melara (Ιταλία),

Roberto Cupioli, κάτοικος Ρίμινι,

Giuseppe D’Acunto, κάτοικος Lucques,

Nazzareno D’Amici, κάτοικος Ρώμης,

Stefano D’Andrea, κάτοικος Ανκόνας,

Rosa D’Antonio, κάτοικος Ercolano (Ιταλία),

Michele Danelon, κάτοικος Gruaro (Ιταλία),

Piermaria Carlo Davoli, κάτοικος Μιλάνου,

Iole De Angelis, κάτοικος Ρώμης,

Roberto De Pieri, κάτοικος Τρεβίζο (Ιταλία),

Stefano De Pieri, κάτοικος Martellago (Ιταλία),

Ario Deasti, κάτοικος Σαν Ρέμο,

Stefano Marco Debernardi, κάτοικος Aoste (Ιταλία),

Gianfranco Del Mondo, κάτοικος Casoria (Ιταλία),

Salvatore Del Mondo, κάτοικος Gaeta (Ιταλία),

Gianmaria Dellea, κάτοικος Castelveccana (Ιταλία),

Rocco Delsante, κάτοικος Langhirano (Ιταλία),

Gianmarco Di Luigi, κάτοικος Sant’Antimo (Ιταλία),

Alessandro Di Tomizio, κάτοικος Reggello (Ιταλία),

Donata Dibenedetto, κάτοικος Altamura (Ιταλία),

Angela Dolcini, κάτοικος Παβίας (Ιταλία),

Denis Dotti, κάτοικος Μιλάνου,

Raffaele Duino, κάτοικος San Martino Buon Albergo (Ιταλία),

Simona Elefanti, κάτοικος Montecchio Emilia,

Maurizio Elia, κάτοικος Ρώμης,

Claudio Falzoni, κάτοικος Besnate (Ιταλία),

Enrico Maria Ferrari, κάτοικος Ρώμης,

Giuseppe Ferraro, κάτοικος Pago Vallo Lauro (Ιταλία),

Fiduciaria Cavour Srl, με έδρα τη Ρώμη,

Giorgio Filippello, κάτοικος Caccamo (Ιταλία),

Giovanni Filippello, κάτοικος Caccamo,

Dario Fiorin, κάτοικος Βενετίας (Ιταλία),

Guido Fortunati, κάτοικος Βερόνας,

Achille Furioso, κάτοικος Agrigente (Ιταλία),

Monica Furlanis, κάτοικος Concordia Sagittaria,

Vitaliano Gaglianese, κάτοικος San Giuliano Terme (Ιταλία),

Antonio Galbo, κάτοικος Παλέρμο (Ιταλία),

Gianluca Gallino, κάτοικος Μιλάνου,

Giandomenico Gambacorta, κάτοικος Ρώμης,

Federico Gatti, κάτοικος Besana in Brianza,

Raffaella Maria Fatima Gerardi, κάτοικος Lavello (Ιταλία),

Mauro Gini, κάτοικος Bressanone,

Barbara Giudiceandrea, κάτοικος Ρώμης,

Riccardo Grillini, κάτοικος Lugo (Ιταλία),

Luciano Iaccarino, κάτοικος Βερόνας,

Vittorio Iannetti, κάτοικος Carrare,

Franz Anton Inderst, κάτοικος Marlengo (Ιταλία),

Alessandro Lepore, κάτοικος Giovinazzo (Ιταλία),

HERMANN Kofler, κάτοικος Meranο (Ιταλία),

Fabio Lo Presti, κάτοικος Ponte San Pietro (Ιταλία),

Silvia Locatelli, κάτοικος Brembate (Ιταλία),

Nicola Lozito, κάτοικος Grumo Appula (Ιταλία),

Rocco Lozito, κάτοικος Grumo Appula,

Fabio Maffoni, κάτοικος Soncino (Ιταλία),

Silvano Maffoni, κάτοικος Orzinuovi (Ιταλία),

Bruno Maironi Da Ponte, κάτοικος Bergamo (Ιταλία),

Franco Maironi Da Ponte, κάτοικος Bergamo,

Michele Maironi Da Ponte, κάτοικος Bergamo,

Francesco Makovec, κάτοικος Lesmo (Ιταλία),

Concetta Mansi, κάτοικος Matera,

Angela Marano, κάτοικος Melito di Napoli (Ιταλία),

Bruno Marchetto, κάτοικος Μιλάνου,

Fabio Marchetto, κάτοικος Μιλάνου,

Sergio Mariani, κάτοικος Μιλάνου,

Lucia Martini, κάτοικος Scandicci (Ιταλία),

Alessandro Mattei, κάτοικος Τρεβίζο,

Giorgio Matterazzo, κάτοικος Seregno (Ιταλία),

Mauro Mazzone, κάτοικος Βερόνας,

Ugo Mereghetti, κάτοικος Brescia (Ιταλία),

Ugo Mereghetti, εξ ονόματος και για λογαριασμό της Fulvia Mereghetti, κατοίκου Casamassima (Ιταλία),

Vitale Micheletti, κάτοικος Brescia,

Giuseppe Mignano, κάτοικος Γένοβας,

Fabio Mingo, κάτοικος Ladispoli (Ιταλία),

Giovanni Minorenti, κάτοικος Guidonia Montecelio (Ιταλία),

Filippo Miuccio, κάτοικος Ρώμης,

Fulvio Moneta Caglio de Suvich, κάτοικος Μιλάνου,

Giancarlo Monti, κάτοικος Μιλάνου,

Angelo Giuseppe Morellini, κάτοικος Besana in Brianza,

Barbara Mozzambani, κάτοικος San Martino Buon Albergo,

Mario Nardelli, κάτοικος Gubbio (Ιταλία),

Eugenio Novajra, κάτοικος Udine (Ιταλία),

Giorgio Omizzolo, κάτοικος Baone (Ιταλία),

Patrizia Paesani, κάτοικος Ρώμης,

Daniela Paietta, κάτοικος Arona (Ιταλία),

Luigi Paparo, κάτοικος Volla (Ιταλία),

Davide Pascale, κάτοικος Μιλάνου,

Salvatore Pasciuto, κάτοικος Gaeta,

Sergio Pederzani, κάτοικος Ossuccio (Ιταλία),

Aldo Perna, κάτοικος Νάπολης,

Marco Piccinini, κάτοικος San Mauro Torinese (Ιταλία),

Nicola Piccioni, κάτοικος Soncino,

Stefano Piedimonte, κάτοικος Νάπολης,

Mauro Piliego, κάτοικος Bolzano (Ιταλία),

Vincenzo Pipolo, κάτοικος Ρώμης,

Johann Poder, κάτοικος Silandro (Ιταλία),

Giovanni Polazzi, κάτοικος Μιλάνου,

Santo Pullarà, κάτοικος Ρίμινι,

Patrizio Ragusa, κάτοικος Ρώμης,

Rosangela Raimondi, κάτοικος Arluno (Ιταλία),

Massimo Ratti, κάτοικος Μιλάνου,

Gianni Resta, κάτοικος Imola (Ιταλία),

Giuseppe Ricciarelli, κάτοικος San Giustino (Ιταλία),

Enrica Rivi, κάτοικος Scandiano,

Maria Rizescu, κάτοικος Pesaro (Ιταλία),

Alessandro Roca, κάτοικος Τορίνου,

Mario Romani, κάτοικος Μιλάνου,

Claudio Romano, κάτοικος Νάπολης,

Gianfranco Romano, κάτοικος Pisticci (Ιταλία),

Ivo Rossi, κάτοικος Nettuno (Ιταλία),

Alfonso Russo, κάτοικος Scandiano,

Iginio Russolo, κάτοικος San Quirino (Ιταλία),

Francesco Sabato, κάτοικος Βαρκελώνης (Ισπανία),

Giuseppe Salvatore, κάτοικος Silvi (Ιταλία),

Luca Eudilio Sarzi Amadè, κάτοικος Μιλάνου,

Tiziano Scagliola, κάτοικος Terlizzi (Ιταλία),

Antonio Scalzullo, κάτοικος Avellino (Ιταλία),

Liviano Semeraro, κάτοικος Gavirate (Ιταλία),

Laura Liliana Serpente, κάτοικος Ανκόνας,

Maria Grazia Serpente, κάτοικος Ανκόνας,

Luciana Serra, κάτοικος Μιλάνου,

Giuseppe Silecchia, κάτοικος Altamura,

Paolo Sillani, κάτοικος Bergamo,

Vincenzo Solombrino, κάτοικος Νάπολης,

Patrizia Spiezia, κάτοικος Casoria,

Alberto Tarantini, κάτοικος Ρώμης,

Halyna Terentyeva, κάτοικος Concordia Sagittaria,

Vincenzo Tescione, κάτοικος Caserta (Ιταλία),

Riccardo Testa, κάτοικος Cecina (Ιταλία),

Salvatore Testa, κάτοικος Pontinia (Ιταλία),

Nadia Toneatti, κάτοικος Τεργέστης,

Giuseppe Ucci, κάτοικος Κόμο,

Giovanni Urbanelli, κάτοικος Pescara,

Giuseppina Urciuoli, κάτοικος Avellino,

Amelia Vaccaro, κάτοικος Chiavari (Ιταλία),

Maria Grazia Valentini, κάτοικος Tuenno,

Nicola Varacalli, κάτοικος Occhieppo Superiore (Ιταλία),

Giancarlo Vargiu, κάτοικος Μπολόνιας (Ιταλία),

Salvatore Veltri Barraco Alestra, κάτοικος Marsala (Ιταλία),

Roberto Vernero, κάτοικος Μιλάνου,

Vincenza Vigilia, κάτοικος Castello d’Agogna (Ιταλία),

Celso Giuliano Vigna, κάτοικος Castel San Pietro Terme (Ιταλία),

Roberto Vignoli, κάτοικος Santa Marinella (Ιταλία),

Georg Weger, κάτοικος Merano,

Albino Zanichelli, κάτοικος Busana (Ιταλία),

Andrea Zecca, κάτοικος Ρώμης,

Maurizio Zorzi, κάτοικος Ora (Ιταλία).

Περιεχόμενα

 

Το νομικό πλαίσιο

Ιστορικό της διαφοράς

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Σκεπτικό

  1. Επί της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΚΤ λόγω παράνομης πράξεως

Επί του παραδεκτού

Επί της ουσίας

Επί των προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως της ευθύνης της Ένωσης, διά της EKT, βάσει των άρθρων 268 ΣΛΕΕ και 340 ΣΛΕΕ

Επί του ισχυρισμού περί παράνομης συμπεριφοράς της ΕΚΤ

–  Εισαγωγικές παρατηρήσεις

–  Επί του ισχυρισμού περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

–  Επί του ισχυρισμού περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των «ιδιωτών πιστωτών» και της ρήτρας pari passu

–  Επί του ισχυρισμού περί καταχρήσεως εξουσίας και περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, «της συνοχής και της ορθολογικότητας»

–  Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως των άρθρων 123 ΣΛΕΕ και 127 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 21 του καταστατικού

  1. Επί της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΚΤ λόγω νόμιμης κανονιστικής πράξεως

Επί των δικαστικών εξόδων

* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.