Μετά την πολύκροτη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), η οποία έκρινε συνταγματικό το PSI+, βάζοντας «ταφόπλακα» στις διεκδικήσεις των Ελλήνων ομολογιούχων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, τουλάχιστον ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, οι ομολογιούχοι έχουν προσφύγει εντός των νόμιμων προθεσμιών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου (ΕΔΑΔ). Το τελευταίο θα διαπιστώσει αν υφίστανται παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ειδικότερα δε αν μέσω του «κουρέματος» των ομολόγων τους υφίσταται παραβίαση του περιουσιακού τους δικαιώματος, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Από μια επισκόπηση της νομολογίας του ΕΔΑΔ, ειδικά δε μετά την πρόσφατη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου στην υπόθεση «Ιωάννα ΚΟΥΦΑΚΗ κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας» (Προσφυγές αριθ. 57665/12 και 57657/12), θα μπορούσαν να συναχθούν ορισμένα νομικά συμπεράσματα, τα οποία ενδέχεται να ακολουθήσει το Δικαστήριο και στην υπόθεση των Ελλήνων ομολογιούχων. Υπό το πρίσμα αυτό αξίζει να αναδειχθούν οι κρίσιμες θέσεις του Δικαστηρίου εν όψει της απόφασης επί της προσφυγής των ομολογιούχων.

Πρέπει πρώτα να επισημανθεί ότι η υπόθεση ΚΟΥΦΑΚΗ αφορούσε σε μια σειρά νόμων που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου, οδηγώντας σε σημαντικότατες μισθολογικές περικοπές της προσφεύγουσας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τις αιτήσεις της κας. Κουφάκη, ενώ η προσφυγή της στο ΕΔΑΔ δεν είχε καλύτερα τύχη, καθώς και εκείνο απέρριψε την προσφυγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει αν υφίσταται προσβολή του περιουσιακού της δικαιώματος, προκληθέν από τις αλλεπάλληλες μισθολογικές μειώσεις κατ’ εφαρμογήν σχετικής μνημονιακής νομοθεσίας (ν. 3833/2010, ν. 3845/2010 και ν. 3847/2010).

Το Δικαστήριο τονίζει στην απόφασή του ότι τα συμβαλλόμενα Κράτη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) απολαμβάνουν μιας αρκετά ευρείας διακριτικής ευχέρειας σε σχέση με τον καθορισμό της κοινωνικής τους πολιτικής. Όσον αφορά στη θέσπιση νόμων για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ δημοσίων δαπανών και εσόδων, η οποία συνεπάγεται συνήθως μία εξέταση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εθνικές αρχές είναι καταρχήν περισσότερο κατάλληλες, από ένα διεθνές δικαστήριο, για να επιλέξουν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού και σέβεται τις επιλογές τους, εφόσον αυτές δεν στερούνται προδήλως εύλογης βάσης. Αυτή η διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών είναι ακόμα πιο ευρεία όταν τα επίδικα ζητήματα αφορούν στον καθορισμό προτεραιοτήτων όσον αφορά στη χρήση των περιορισμένων πόρων του Κράτους. Έτσι, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι περιορισμοί που εισήγαγαν οι επίδικοι (μνημονιακοί) νόμοι δεν μπορούν να θεωρηθούν «στέρηση περιουσίας», αλλά επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος στον σεβασμό της περιουσίας υπό την έννοια της πρώτης φράσης της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Το ΕΔΑΔ προκειμένου να εκτιμήσει τον χαρακτήρα «δημοσίας ωφελείας» (= δημοσίου συμφέροντος) των επίδικων μέτρων, προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην εισαγωγική έκθεση του ν. 3833/2010, καθώς και στο σκεπτικό της υπ’ αρίθμ. 668/2012 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Έτσι, το  Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η έννοια της «δημόσιας ωφελείας» είναι από τη φύση της ευρεία, ενώ σύμφωνα με τη νομολογία του, η απόφαση  θέσπισης  νόμων  για  την  επίτευξη  ισορροπίας μεταξύ δημοσίων δαπανών και εσόδων συνεπάγεται -όπως προαναφέρθηκε- συνήθως μία εξέταση πολιτικών,  οικονομικών  και  κοινωνικών  ζητημάτων όπου ο  νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλη ελευθερία επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Συνεπώς, το ΕΔΑΔ σέβεται τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την επιτακτική ανάγκη της «δημοσίας ωφελείας» ο εθνικός νομοθέτης, υπό  την  προϋπόθεση  ότι  η  κρίση  του  δεν  στερείται  προδήλως  εύλογης βάσης.  Το Δικαστήριο δέχθηκε στην υπόθεση «Κουφάκη κατά Ελλάδος» ότι όταν διακυβεύονται  ζητήματα  γενικής  πολιτικής,  επί  των  οποίων  μπορούν εύλογα να υφίστανται βαθιές αποκλίσεις σε ένα δημοκρατικό Κράτος, συντρέχει λόγος απόδοσης ιδιαίτερης σημασίας στον ρόλο του εθνικού φορέα  λήψης  αποφάσεων. Βάσει των ανωτέρω, δεν τέθηκε σε αμφισβήτηση από τους δικαστές ότι αποφασίζοντας τη μείωση των αποδοχών και συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, ο Έλληνας νομοθέτης εξυπηρετούσε σκοπό δημοσίας ωφελείας. Θεώρησε έτσι το ΕΔΑΔ αφενός μεν ότι το «κούρεμα» των μισθών δεν είναι τέτοιου βαθμού που να θέτει την προσφεύγουσα αντιμέτωπη με δυσκολίες διαβίωσης, ασύμβατες προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, αφετέρου δε ότι η τυχόν ύπαρξη άλλων εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη (μνημονιακή) νομοθεσία. Στο μέτρο που ο νομοθέτης δεν παραβιάζει τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς του, το ΕΔΑΔ θεωρεί ότι δεν είναι αρμόδιο να κρίνει αν το Ελληνικό Δημόσιο επέλεξε τον καλύτερο τρόπο για να χειριστεί το πρόβλημα ή αν θα έπρεπε να έχει ασκήσει με διαφορετικό τρόπο την εξουσία του.

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου στην υπόθεση Κουφάκη, αλλά και την απορριπτική απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έχει προλειάνει το «έδαφος», μεταξύ άλλων, και στο ζήτημα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, αποτελεί ασφαλώς ζήτημα μείζονος σημασίας, αν το ΕΔΑΔ θα ακολουθήσει και στην υπόθεση των Ελλήνων ομολογιούχων παρόμοιο σκεπτικό με το ανωτέρω ή αν προβαίνοντας τελικά σε μια διαφορετική νομική προσέγγιση επί του ζητήματος, θα δικαιώσει τους ομολογιούχους, αποδεχόμενο μια επελθούσα μέσω του «κουρέματος» προσβολή του περιουσιακού τους δικαιώματος. Πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι η ως άνω υπόθεση αφορά σε αξιώσεις των ομολογιούχων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και επομένως η έκβασή της δεν επηρεάζει τις αξιώσεις των ομολογιούχων έναντι των Τραπεζών, ούτε βέβαια τις αγωγές που έχουν ήδη κατατεθεί και συζητηθεί ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων κατά των τελευταίων.

Α. Μπώλος