ΑΠΟΦΑΣΗ 2724/2015

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ζαχαρίου Ζανέττα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 10 Φεβρουαρίου 2015 με τη σύμπραξη του Γραμματέα Φιλίππου Χρήστου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της Αιτούσας : ………………του ………….., κάτοικος Χαιδαρίου, η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων, Σκιαδιώτη Μαρίας και Κυριακόπουλου Ιωάννη

Της Καθού η Αίτηση : Ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …………….» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων της …………………………., με τον διακριτικό τίτλο «…………………» υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία……………………………., στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία Τράπεζα ………………., παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων, Σπυρόπουλου Στεργίου και Ζαχαροπούλου Παναγιώτας.

Οι αιτούντες με την από 22.4.2014 αίτηση τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου με αύξοντα αριθμό 4060/2014, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 27.10.2014 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζήτησαν όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Για την προκειμένη συζήτηση της αιτήσεως και μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου εκθέματος, το δικαστήριο, αφού άκουσε όσα αναφέρθηκαν κατά τη συζήτηση 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Στο άρθρο 25 Ν.3606/2007 προσδιορίζονται ειδικότερα οι υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς των ΕΠΕΥ. Με βάση τη διάταξη αυτή, η οποία εισάγει την αρχή της διαφύλαξης των συμφερόντων του πελάτη, οι εν λόγω εταιρείες κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών τους οφείλουν να ενεργούν με μεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πελατών τους κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο (παρ. 1). Για να εκπληρώσουν την γενική αυτή υποχρέωση οφείλουν όταν παρέχουν πληροφορίες, αυτές οι πληροφορίες αφενός να μην είναι παραπλανητικές και αφετέρου να είναι ακριβείς, σαφείς και κατανοητές στον πελάτη (παρ. 2). Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν την φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση ότι περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, γ) τους τόπους εκτέλεσης και δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις (παρ. 3). Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάταξη που επιτάσσει τους παραπάνω να προβαίνουν σε έλεγχο καταλληλότητας της συγκεκριμένης κατηγορίας χρηματοπιστωτικού μέσου που πρόκειται να προτείνουν στον δυνητικό πελάτη έχοντας ως κριτήρια την γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με την συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας καθώς και σχετικά με την χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα με την περίπτωσή τους (παρ. 4). Πρέπει δηλαδή να λαμβάνεται υπόψη αυτό που προσδιορίζεται ως «προφίλ» του επενδυτή. Επιβάλλονται λοιπόν εκτεταμένες υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις επενδύσεων σε σχέση με την χορήγηση αλλά παράλληλα και σε σχέση με την άντληση πληροφοριών από τον επενδυτή, γι” αυτό και πρέπει πλέον να συγκεντρώνονται οι πληροφορίες πάντοτε με την διαδικασία συμπλήρωσης λεπτομερούς ερωτηματολογίου. Η παράβαση των προβλεπόμενων στις ανωτέρω διατάξεις συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον λοιπόν η εν λόγω παρανομία διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (Βλ. σχετικά Ε. Αλεξανδρίδου, «Τα επενδυτικά προϊόντα της Lehman Brothers και η κάλυψη ζημιών των επενδυτών», ΔΕΕ 2010, 134-135). Εξαίρεση της ανωτέρω παρ.5 αποτελεί η παρ.6 (άρθρο 25 Ν 3606/2007), δυνάμει της οποίας οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών και τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παρ.5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: α) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα. Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο κεφάλαιο Στ του πρώτου μέρους του νόμου αυτού, β) η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη, κι ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει την συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή δ) η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. Εξάλλου με το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α’ Ν2251/1994 καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Ωστόσο η παραπάνω υπερβολικά ευρεία απόδοση της έννοιας του καταναλωτή οδήγησε στην ανάγκη ερμηνείας αυτής, τόσο από την θεωρία όσο και από την νομολογία του ΔΕΚ αλλά και των εθνικών δικαστηρίων, θεωρώντας ότι επικρατέστερος γενικός ορισμός του καταναλωτή, του αντισυμβαλλόμενου κάθε προμηθευτή, ανεξαρτήτως των παρεχόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι το πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς σκοπούς, διότι στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και εν γένει την εξειδικευμένη στο αντικείμενο αυτό διαπραγματευτική ικανότητα που έχει ο προμηθευτής, γεγονός που δικαιολογεί την προστασία από τον νόμο. Ουσιαστικά δε κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του συμβαλλόμενου ως καταναλωτή πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, και προς την συγκεκριμένη συναλλαγή. Επομένως μόνο οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών του ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικά ασθενέστερο μέρος. Η ηθελημένη από τις διατάξεις αυτές ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στην περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως σκοπό την επαγγελματική δραστηριότητα. Έτσι και στις αποφάσεις του ΔΕΚ κοινό χαρακτηριστικό και εννοιολογικά, αποτελεί η μη ικανοποίηση επαγγελματικών αναγκών με την σύναψη της σύμβασης και όχι η ιδιότητα του συμβαλλόμενου λήπτη των υπηρεσιών ως εμπόρου ή ελεύθερου επαγγελματία και συνεπώς ο όρος καταναλωτής περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφόσον αυτοί συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές τους ανάγκες. Μόνον όταν οι επιχειρούμενες από τους τελευταίους συναλλαγές συναρτώνται λειτουργικά με την άσκηση του επαγγέλματός τους δεν τίθεται θέμα προστασίας τους με τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις (ΕφΑθ 3094/2006, ΕλΔ/νη 2007,305, ΠΠρΑθ 20/2013 ΧΡΗΔΙΚ 2013,164 επ). Με την κρινόμενη αγωγή εκθέτει η ενάγουσα που είναι συνταξιούχος υπάλληλος της υπό εκκαθάριση ………………. Τράπεζας, της οποίας ειδική διάδοχος είναι η εναγόμενη τράπεζα, ότι μετά από προτροπή των νόμιμων αντιπροσώπων της εναγόμενης να αγοράσει ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που είχαν τοκοφορία 6,70% ετησίως, διότι όπως ισχυρίστηκαν τελούσαν υπό την εγγύηση του Ελληνικού Κράτους, που είναι αξιόχρεος οφειλέτης, και την θεματοφυλακή της ……………… Τράπεζας, την 5/2/2010 προέβηκε η ενάγουσα σε αίτηση για αγορά ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Ε.Δ. ΙSΙNGROA 14023821) εκδόσεως 2/2/2010, λήξης 20/8/2015, ονομαστικής αξίας 25.000 € και πραγματικής αξίας 24.902,50€ στην δευτερογενή αγορά, το οποίο ομόλογο είχε ονομαστικό τοκομερίδιο 6,10%, με συνδικαιούχο τις δύο κόρες της. Χωρίς να συνταχθεί σχετική γραπτή σύμβαση. Ότι η …………… Τράπεζα δεν την ενημέρωσε πριν την σύναψη της σύμβασης για τους διαφαινόμενους κινδύνους, επειδή ήδη λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης των δημοσίων οικονομικών της χώρας, οι διάφοροι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, ούτε μετά την κατάρτιση της σύμβασης την πληροφόρησε για την μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου της. Επίσης η εναγόμενη δεν την προειδοποίησε ενόψει της ψήφισης του Ν 4050/2012 «Κανόνες τροποποίησης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των ομολογιούχων» για την οικειοθελή συμμετοχή της στο PSI και την πρόθεσή της να ψηφίσει θετικά υπέρ του PSΙ, ώστε να μπορέσει να προεξοφλήσει τα ομόλογό της και να περισώσει όσα μπορεί, αλλά αντιθέτως με δική της πρωτοβουλία η τράπεζα συναίνεσε στο κούρεμα των αποταμιεύσεων της ενάγουσας και ψήφισε υπέρ της ανταλλαγής των ομολόγων και της απομείωσης του κεφαλαίου της ενάγουσας κατά 53% παραβιάζοντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ότι η ως άνω τράπεζα έπρεπε να προβεί στην τήρηση των υποχρεώσεων επαγγελματικής συμπεριφοράς των ΕΠΕΥ όπως ορίζονται στον Ν3606/2007 και στην με αριθμό 1/452/1-11-2007 κανονιστική απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθώς και να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας, δεδομένου ότι η ενάγουσα ενημέρωσε την τράπεζα ότι δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις, ότι ήθελε να εξασφαλίσει το κεφάλαιό της χωρίς να αναλάβει ρίσκο, και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η τράπεζα της παρείχε μόνο την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών, τότε θα έπρεπε να προβεί σε έλεγχο συμβατότητας των επίδικων ομολόγων στον οποίο δε προέβηκε, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ήταν κατάλληλη να επενδύσει σε ομόλογα, διότι κατά τον χρόνο της αγοράς τους ήταν υψηλού ρίσκου. Ότι επίσης μετά τη σύμβαση δεν την καθοδήγησε ούτε την προειδοποίησε για τους επικείμενους κινδύνους ώστε να είναι δυνατή η βέλτιστη ικανοποίηση του συμβατικού σκοπού. Ότι με την συμπεριφορά της η τράπεζα, όπως αυτή αναλύεται στην αγωγή, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις αλλά και τον νόμο προστασίας του καταναλωτή, καθώς η ενάγουσα ως ιδιώτης πελάτης που δεν διαθέτει την απαραίτητη γνώση και εμπειρία στις επενδυτικές υπηρεσίες εντάσσεται στην έννοια του καταναλωτή. Ότι συνεπεία της αντισυμβατικής, παράνομης και αντίθετα με τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλονται από τον νόμο κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, συμπεριφοράς της εναγόμενης, η ενάγουσα υπέστη θετική ζημία η οποία ανέρχεται στο ποσό των 13.375,00€ (25.000 – 11.625) δηλαδή το 53,5% της αρχικής ονομαστικής αξίας του ομολόγου που αγόρασε. Ότι παράλληλα υπέστη αποθετική ζημία λόγω διαφυγόντος κέρδους, το οποίο απώλεσε από την μη επωφελή τοποθέτηση του αρχικού κεφαλαίου της σε προθεσμιακές καταθέσεις, όπως σκόπευε να πράξει αρχικώς, από τις οποίες θα ελάμβανε από την προθεσμιακή κατάθεση του ποσού των 13.375,00€ τόκους από 9/3/2012 με μέση ετήσια απόδοση τόκων τουλάχιστον 3,50 ετησίως και συνολικά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής το ποσό των 1872,50€ (13.375,00 χ 3,5%). Ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης υπέστη και ηθική βλάβη. Ζητεί με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη κατά τις διατάξεις της αδικοπραξίας άλλως εκ της συμβάσεως, να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 15.247,50€ (13.375,0€ + 1872,50€) νομιμοτόκως από 9- 3-2012 που επήλθε η ζημία, πλέον ποσού 3.000,00 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην δικαστική δαπάνη της ενάγουσας. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αρμόδια και παραδεκτή εισάγεται σ’ αυτό το δικαστήριο σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ.1° και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την τακτική διαδικασία. Όμως απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας είναι το αίτημα επιδίκασης ποσού 1872,50 € ως τόκων καθώς δεν εξειδικεύει η ενάγουσα με τι είδους προθεσμιακή κατάθεση προσδοκούσε το ως άνω κέρδος και πώς προκύπτει το επιτόκιο 3,50% που έχει θέσει ως βάση για τον προσδιορισμό των τόκων.

Είναι δε η αγωγή νόμιμη κατά την κύρια βάση της στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 288,297, 298, 299, 361, 713 επ„ 914 επ., 922, 932ΑΚ, 291 περ. α, 6 και 19 του Ν 2396/1996, 1-β, 12,25,27 του Ν 3606/2007, 1-β, 12 επί/452/1-11-2007 κανονιστικής απόφασης του ΝΠΔΔ «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς», 194α , 4, 4α, 8, 9α-9δ, 9Θ Ν2251/1994, 907, 908 και 176 του ΚΠολΔ. Ως μη νόμιμο κρίνεται το αίτημα επιδίκασης τόκων από 9-3-2012 καθώς η ενάγουσα δεν εκθέτει ότι κατά την ημερομηνία αυτή ώχλησε την εναγόμενη. Επίσης απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι η επικουρική βάση με την οποία η ενάγουσα εκθέτει ότι η εναγόμενη έχει αυτοτελή παρεπόμενη ευθύνη ως θεματοφύλακας των τίτλων της να την αποζημιώσει για την περιουσιακή της απώλεια λόγω παράβασης της υποχρεώσεώς της να διαφυλάξει τους τίτλους και της αδυναμίας να αποδώσει αυτούς στην ενάγουσα, καθόσον από τα ιστορούμενα στην αγωγή προκύπτει ότι βάσει του με αριθμό 4050/2012 νόμου του Ελληνικού Δημοσίου επήλθε κούρεμα των ομολόγων και ανταλλαγή αυτών με νέους τίτλους και όχι λόγω πταίσματος της εναγόμενης. Επομένως εφόσον έχει καταβληθεί το ανάλογο δικαστικό ένσημο μετά των υπέρ τρίτων αναλογιών και η προεισπρακτέα δικηγορική αμοιβή, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση των μαρτύρων που προσκόμισαν οι διάδικοι (ένας από κάθε πλευρά) και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου τα εξής: Η ενάγουσα, η οποία ήταν τραπεζική υπάλληλος και είχε υπηρετήσει στο τμήμα κίνησης κεφαλαίων της ………….. Τράπεζας και ήθελε να εξασφαλίσει για την ίδια και τις δύο κόρες της το κεφάλαιο ύψους 25.000,00€ που διέθετε, απευθύνθηκε την 5-2-2010 στο κατάστημα της ……………… ΤΡΑΠΕΖΑΣ στο Χαϊδάρι Αττικής και έδωσε εντολή για την αγορά ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου με ημερομηνία έκδοσης 2-2-2010, ημερομηνία λήξης 20-8-2015 και ονομαστικής αξίας 25.000,00€. Εξουσιοδότησε δε την ως άνω τράπεζα να πιστώσει με την ονομαστική αξία των Ο.Ε.Δ. τον λογαριασμό τίτλων No ………… με συνδικαιούχους τις δύο κόρες της ………… και ………………….και να πιστώσει με το ποσό των τόκων σε κάθε περίοδο εκτοκισμού καθώς και με το προϊόν της εξόφλησης των τίτλων που θα διακρατηθούν μέχρι την λήξη τους το λογαριασμό κοινής κατάθεσης που αναφέρεται στην από 5-2-2010 αίτηση που συντάχθηκε. Το ότι η ΑΤΕ δεν προέβηκε σε επενδυτικές συμβουλές και η αγορά του Ο.Ε.Δ. οφειλόταν σε αποκλειστική πρωτοβουλία της ενάγουσας, αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρας της εναγόμενης η οποία μετά λόγου γνώσεως καταθέτει ότι «η ενάγουσα απευθύνθηκε στην μάρτυρα, που ήταν τότε προϊσταμένη στο τμήμα καταθέσεων στο κατάστημα Χαϊδαρίου της ………και της ζήτησε να αγοράσει ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, το αποφάσισε μόνη της και πήρε πληροφορίες από την τράπεζα», η κατάθεση της οποίας ενισχύεται από την από 5-2-2010 έγγραφη αίτηση για αγορά ΟΕΔ από πελάτες φυσικά πρόσωπα, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη. Στην αίτηση αυτή αναγράφεται ότι «η συγκεκριμένη υπηρεσία αποτελεί αποκλειστικά υπηρεσία εκτέλεσης εντολών ή λήψης και διαβίβασης εντολών. Προέκυψε με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη και χωρίς η …. BANK να έχει προβεί σε παροχή επενδυτικών συμβουλών, αφορά απλά χρηματοπιστωτικά μέσα και με την σύμφωνη γνώμη του πελάτη δεν θα πραγματοποιηθεί ο έλεγχος συμβατότητας για την συγκεκριμένη συναλλαγή», απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι στην αγορά του προαναφερθέντος ομολόγου προέβηκε μετά την ενημέρωση των προστηθέντων της ως άνω τράπεζας, που την προέτρεψαν να αγοράσει το ομόλογο διότι τελούσε υπο την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και την θεματοφυλακή της …….. και ότι γι’ αυτό έπρεπε να συνταχθεί σύμβαση MIFID. Συγχρόνως την 5-2-2010 η …., που κατέταξε την ενάγουσα στην κατηγορία ιδιώτη, της παρέδωσε προσυμβατικό υλικό πληροφόρησης σύμφωνα με τον Ν3606/2007 συνταχθείσης της ταυτόχρονης δήλωσης παραλαβής προσυμβατικού υλικού (βλ. από 5-2010 δήλωση παραλαβής προσυμβατικού υλικού που επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη). Όπως προκύπτει από το από 8-2-2010 αποδεικτικό συναλλαγής την ως άνω ημερομηνία εκτέλεσε η …. την ως άνω εντολή και προέβηκε σε αγορά είκοσι πέντε τεμαχίων ΟΕΔ συνολικής ονομαστικής αξίας 25.000,00€ και αξίας διακανονισμού 24.902,50€ με ημερομηνία έκδοσης 2-2-2010, λήξης 20-8- 2015, με επιτόκιο 6,10% ετησίως και κωδ.ΙΒΙΝ GROA 15023821 (βλ. από 8-2-2010 αποδεικτικό συναλλαγής). Εφόσον η εντολή ήταν μόνο για αγορά χωρίς η …. να συμβουλέψει την ενάγουσα, η … δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας, αλλά ούτε και σε έλεγχο συμβατότητας ήταν υποχρεωμένη να προβεί η …, δηλαδή σε έλεγχο για να εκτιμήσει αν η ενάγουσα διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία για να κατανοήσει τους κινδύνους που περιέχονται στην ως άνω συναλλαγή, καθ’ όσον σύμφωνα με την προαναφερθείσα αίτηση αγοράς ομολόγου, η ενάγουσα δεν επιθυμούσε να πραγματοποιηθεί έλεγχος συμβατότητας για την συγκεκριμένη συναλλαγή αφενός και αφετέρου το χρηματοπιστωτικό μέσο δεν ήταν σύνθετο (βλ. από Μάιο 2008 οδηγό για επενδυτές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σελ.9). Λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης των δημόσιων οικονομικών και της αύξησης του δημοσίου χρέους που ανήλθε από 129,3% του ΑΕΠ το 2009, σε 144,9% του ΑΕΠ το έτος 2010 και σε 169% του ΑΕΠ το έτος 2011, οι διάφοροι οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας με κίνδυνο την οικονομική κατάρρευση (βλ. με αριθμ.1116/2014 αποφ.Ολ.ΣτΕ) και δη ο οίκος FITCH από ΒΒΒ+ σε ΒΒΒ- την 9-4-2010, ενώ την 27-4-2010 οι οίκοι MOODYS και STANDARD and POOR’S από Α2 σε A3 και από ΒΒΒ+ σε ΒΒ+ αντίστοιχα, ο δε οίκος MOODYS προχώρησε στις 14-6-2010 σε περαιτέρω υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας από A3 σε Βαα (βλ. «Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας Ελλάδος», 2010-2011, σελ. 94-95). Οι δυσοίωνες προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας αποτυπώνονται στις αγοραίες τιμές τίτλων εκδοθέντων ή εγγυημένων από το Ελλ. Δημόσιο, οι χαμηλές δε αυτές τιμές αντικατοπτρίζουν την εκτίμηση των επενδυτών ότι η πλήρης εξυπηρέτηση του χρέους στο σύνολό του από το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να καταστεί αδύνατη με κίνδυνο την οικονομική κατάρρευση (βλ. με αριθμό 1116/2014 απόφαση Ολ.ΣτΕ). Στις συνόδους κορυφής στις 11 και 25/3/2011 και στις 21/7 και 26-10-2011 η Ευρωζώνη κάλεσε τους ιδιώτες επενδυτές να συμβάλλουν και αυτοί στην επίλυση του προβλήματος βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας εκ παραλλήλου με τους φορολογούμενους της χώρας και με συνεισφορά των δημοσιονομικά υγιών κρατών της Ευρωζώνης. Επί της αρχής αυτής της τριμερούς χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ενός κράτους μέλους της Ευρωζώνης, το οποίο αδυνατεί να προσφύγει στις αγορές για να χρηματοδοτηθεί με τρόπο βιώσιμο, υιοθετήθηκε η προσέγγιση για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους στην σύνοδο κορυφής της 26/10/2011 σε συνέχεια της δήλωσης της 21/7/2011 από τους επικεφαλής των κρατών μελών της Ευρωζώνης και την οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει της οποίας συστάθηκε στις 7/6/2011 το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) με σκοπό την εξασφάλιση σταθερότητας στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης. Στο πλαίσιο αναδιάταξης του ελληνικού χρέους και αντικατάστασης των ΟΕΔ με νέους τίτλους εκτός από τις χρηματοδοτικές διευκολύνσεις που απαιτείται να παρασχεθούν από το Ε.Τ.Χ.Σ., ήταν ανάγκη να διαμορφωθεί το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, προκειμένου το σχετικό εγχείρημα να ολοκληρωθεί με ασφάλεια και επιτυχία. Στην συνέχεια με τον Ν 4050/23-2-2012 ορίσθηκαν οι κανόνες τροποποίησης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των ομολογιούχων και με την ΠΥΣ 5/24-2-2012 ορίσθηκε η έναρξη διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και καθορισμός όρων ανταλλαγής τους, με δε την από 24-2-2012 πρόσκλησή του ΟΔΔΗΧ κλήθηκαν οι ομολογιούχοι για συμμετοχή στην ορισθείσα με την ως άνω ΠΥΣ διαδικασία και με την από 9-3-2012 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος βεβαιώθηκε ότι η διαδικασία τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων τερματίσθηκε με την επίτευξη της προβλεπόμενης απαρτίας και ενισχυμένης πλειοψηφίας, αφού συμμετείχαν στην ως άνω διαδικασία ομολογιούχοι με ανεξόφλητο κεφάλαιο 161.350.946.065,54 και απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 (βλ. ΦΕΚ 50Α/9-3-2012). Έπειτα με την ΠΥΣ 10/9-3-2012 εγκρίθηκε η απόφαση των ομολογιούχων για την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειριστή της διαδικασίας, και με την με αριθμό 2/20964/0023 Α/9-3-2012 πράξη του αναπληρωτή Υπ. Οικονομικών ορίσθηκε ο τρόπος υλοποίησης της τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και έκδοσης νέων τίτλων ομολόγων και τίτλων ΑΕΠ Ελληνικού Δημοσίου. Μεταξύ των τίτλων που ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΤΧΣ ήταν και το Ο.Ε.Δ. της ενάγουσας, η αντικατάσταση του οποίου επέφερε στην ενάγουσα απώλεια κεφαλαίου κατά 53,5% , που αντιστοιχεί σε 13.375,00 €. Η …. , η οποία γνώριζε όλα τα παραπάνω σχετικά με την μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και την επικείμενη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην μείωση του δημοσίου χρέους (PSI), δεν ενημέρωσε την ενάγουσα όπως υποχρεούτο από το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης, που επιβάλλει το άρθρο 27 του Ν 3606/2007, αλλά και βάσει των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ώστε να έχει μια σαφή εικόνα για τον κίνδυνο που διέτρεχε η επένδυσή της και να μπορέσει να προβεί σε κατάλληλες ενέργειες περιορισμού της ζημίας προκειμένου να διασωθεί το κεφάλαιό της ή να μπορέσει να πωλήσει το ομόλογο. Όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, αν η ενάγουσα πωλούσε έγκαιρα το ομόλογο θα είχε περιορίσει την ζημία της στο 10 έως 15% και δεν θα ανερχόταν στο 53,5%. Απ’ όσα προαναφέρθηκαν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι παρέλειψε να την ενημερώσει μετά την κατάρτιση της σύμβασης η εναγόμενη για τον κίνδυνο που διέτρεχε να απωλέσει το κεφάλαιο ή μέρος αυτού λόγω της μείωσης της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου και του επικείμενου επιβλαβούς PSΙ, η οποία συμπεριφορά αντίκειται στη άρθρο 27 του Ν 3606/2007 και στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ και είναι παράνομη. Συνδέεται δε η παράνομη συμπεριφορά αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία της περιουσίας της ενάγουσας αφού δεν ενημερώθηκε για τον κίνδυνο που διέτρεχε η επένδυσή της από τις διακυμάνσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη του ομολόγου και τις μεταβολές στην ικανότητα αποπληρωμής του εκδότη, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει η ενάγουσα σε τι ενέργειες θα προβεί για την προστασία της επένδυσής της. Ευθύνεται δε η εναγομένη τράπεζα σε αποζημίωση της ενάγουσας ως ειδική διάδοχος της ΑΤΕ, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια και τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση με την με αριθμό 46/27- 7-2012 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β 2208/27-7-2012) και δυνάμει της με αριθμό 4/27-7-2012 και β) 24-2-2013 εντολής μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ….στην εναγόμενη Τράπεζα με τις οποίες αποφάσεις μεταξύ άλλων «μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ….. ΤΡΑΠΕΖΑ με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η ΤΡΑΠΕΖΑ ……… (εναγόμενη) καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της …………… (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους) … Στα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που θα μεταβιβασθούν στην ………… συγκαταλέγονται ιδίως … κ) «έννομες σχέσεις από συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών της ……………», απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι «πρέπει η αγωγή να απορριφθεί λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης καθόσον η επίδικη αξίωση οφείλεται στην εφαρμογή νομοθετικού πλαισίου και αντίστοιχων κυβερνητικών πράξεων με σκοπό την απομείωση του Ελληνικού χρέους και δεν ευθύνεται το πιστωτικό ίδρυμα» διότι η επίδικη αξίωση βασίζεται στο ότι μετά την κατάρτιση της σύμβασης δεν ενημέρωσε για τον κίνδυνο που διέτρεχε η επένδυση της ενάγουσας όπως υποχρεούτο βάσει του Ν 3606/2007 και της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών. Ενώ η ένσταση ετήσιας παραγραφής της επίδικης αξίωσης που πρότεινε η εναγόμενη διότι παρήλθε έτος από τότε που συνήφθη η σύμβαση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η διάταξη του άρθρου 15 του Ν 3632/1928 εφαρμόζεται στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο Χ.Α.Α. Περαιτέρω όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι με δική της πρωτοβουλία η εναγόμενη συμμετείχε στο PSΙ και συναίνεσε στο κούρεμα της αποταμίευσής της, ενώ η ίδια φρόντισε να έχει ανταλλάγματα που συνίστανται στην ανακεφαλαίωσή της από το Ελληνικό Δημόσιο, αδιαφορώντας για την ζημία που υφίσταται η ενάγουσα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ανεξάρτητα όμως από την βασιμότητά του, ουδεμία έννομη επιρροή μπορούσε να έχει η τυχόν αντίρρηση της ενάγουσας στο PSI, διότι το αποτέλεσμα κρίθηκε από τους μεγαλοεπενδυτές, που είχαν την πλειοψηφία.

Επιπλέον, η ενάγουσα πέραν της θετικής ζημίας ποσού 13.375,00€ που υπέστη εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς της εναγόμενης, υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά και ηθική βλάβη, για την οποία πρέπει να της επιδικαστεί, μετά από στάθμιση της έκτασής της, της έλλειψης υπαιτιότητας της ενάγουσας, του μεγέθους της θετικής ζημίας την οποία υπέστη, της ψυχικής ταλαιπωρίας της ενάγουσας κα της κοινωνικής και οικονομικής τους κατάστασης το ποσό των πεντακοσίων ευρώ. Πρέπει επομένως η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και σαν ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 13.875,00€ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Όσον αφορά το αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο. Τέλος, η εναγόμενη πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας (άρθρο 170 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ότι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται κατά ένα μέρος την κρινόμενη αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των δεκατριών χιλιάδων οκτακόσιων εβδομήντα πέντε ευρώ (13.875,00€), νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Καταδικάζει την εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας που ορίζει σε διακόσια ευρώ (200,00€).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα την σε δημόσια έκτακτη στο ακροατήριό του συνεδρίαση.

 

Η Ειρηνοδίκης                                                                                                                                                                                                              Ο Γραμματέας