ΑΠΟΦΑΣΗ 5027/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή, Φαίδρα Καραγιάννη, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης και το Γραμματέα, Δημήτριο Μπασέτα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21-5-2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) – 5)………….., οι οποίοι παραστάθηκαν διά των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, Δημητρίου Κων.  Μαρκάκη και Ιωάννη Κυριακόπουλου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά των πληρεξούσιων δικηγόρων της, Παναγιώτας Ν. Ζαχαροπούλου και Όθωνος Δ. Δημοσθένους.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 14-1-2015 αγωγή τους, που κατατέθηκε με αριθμό 13385/1699/5-2-2015, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ, δημόσια συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως σημειώνεται παραπάνω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

  Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της δεύτερης, της τρίτης, του τέταρτου και του πέμπτου των εναγόντων, δήλωσαν ότι αυτοί παραιτούνται από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής και η δήλωση αυτή καταχωρίστηκε στα παραπάνω πρακτικά. Η δήλωση αυτή παραίτησης που έγινε προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, είναι νομότυπη και έχει επιφέρει τις κατ` άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνέπειες, με επακόλουθο η ένδικη αγωγή να θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί και η σχετική δίκη ότι έχει καταργηθεί αναφορικά με τους ενάγοντες αυτούς.  Ο (πρώτος) ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του, όπως παραδεκτά περιορίστηκε με τις προτάσεις (άρθρο 223 ΚΠολΔ), ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………», ειδική διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη, η οποία του παρείχε επενδυτικές συμβουλές, του πρότεινε μέσω των υπαλλήλων της και ο ίδιος τοποθέτησε κεφάλαιο συνολικού ύψους 78.000,00 ευρώ σε άυλους τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι (τίτλοι) υπήχθησαν στη διαδικασία διαπραγμάτευσης για αντικατάσταση ομολόγων της ΠΥΣ 5/24.2.2012 και, τελικά, αντικαταστάθηκαν επί τη βάσει του αποτελέσματος αυτής της διαδικασίας, με νέους τίτλους, εκδόσεως του ίδιου του Δημοσίου και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), σημαντικά μειωμένης (κατά 53,5%) ονομαστικής αξίας. Ότι η Τράπεζα σκόπιμα δεν τον ενημέρωσε πριν τη σύναψη της σύμβασης για τους διαφαινόμενους κινδύνους, επειδή ήδη λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης των δημοσίων οικονομικών της χώρας, οι διάφοροι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, ούτε μετά την κατάρτιση της σύμβασης τον πληροφόρησε για τη μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου του, ώστε να περιορίσει τη ζημία του, προεξοφλώντας το. Ότι η Τράπεζα δεν τον προειδοποίησε ενόψει της ψήφισης του Ν. 4050/2012 για την οικειοθελή συμμετοχή της στο PSI και την πρόθεσή της να ψηφίσει θετικά υπέρ του PSI, ώστε να μπορέσει να προεξοφλήσει τα ομόλογά του και να περισώσει όσα μπορεί, αλλά αντιθέτως με δική της πρωτοβουλία η Τράπεζα συναίνεσε στο «κούρεμα» των αποταμιεύσεών του και ψήφισε υπέρ της ανταλλαγής των ομολόγων και της απομείωσης του κεφαλαίου του κατά 53,5%. Ότι η Τράπεζα έπρεπε να προβεί στην τήρηση των υποχρεώσεων επαγγελματικής συμπεριφοράς των ΕΠΕΥ όπως ορίζονται στο Ν. 3606/2007 και στην με αρ. 1/452/1-11-2007 κανονιστική απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθώς και να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας, δεδομένου ότι ο ενάγων ενημέρωσε την Τράπεζα ότι δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις, ότι ήθελε να εξασφαλίσει το κεφάλαιό του χωρίς να αναλάβει ρίσκο, και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η Τράπεζα του παρείχε μόνο την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών, τότε θα έπρεπε να προβεί σε έλεγχο συμβατότητας των επίδικων ομολόγων, στον οποίο δε προέβηκε, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων δεν ήταν κατάλληλος να επενδύσει σε ομόλογα, διότι κατά το χρόνο της αγοράς τους ήταν υψηλού ρίσκου. Ότι με την συμπεριφορά της η Τράπεζα, όπως αυτή αναλύεται στην αγωγή, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, αλλά και το νόμο προστασίας του καταναλωτή, καθώς ο ενάγων ως ιδιώτης πελάτης που δε διαθέτει την απαραίτητη γνώση και εμπειρία στις επενδυτικές υπηρεσίες, εντάσσεται στην έννοια του καταναλωτή. Ότι συνεπεία της αντισυμβατικής, παράνομης και αντίθετα με τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλονται από το νόμο κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, συμπεριφοράς των υπαλλήλων της Τράπεζας, ο ίδιος υπέστη θετική ζημία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 41.730,00 ευρώ, δηλαδή στο 53,5% της συνολικής αρχικής ονομαστικής αξίας των ομολόγων που αγόρασε. Ότι παράλληλα υπέστη αποθετική ζημία λόγω διαφυγόντος κέρδους το οποίο απώλεσε από την μη επωφελή τοποθέτηση μέρους του αρχικού κεφαλαίου του, ποσού 41.730,00 ευρώ, σε προθεσμιακές καταθέσεις, όπως σκόπευε να πράξει αρχικώς, από τις οποίες θα ελάμβανε (μικτούς) τόκους, από 9-3-2012, με μέση ετήσια απόδοση τόκων τουλάχιστον 3,5% ετησίως και συνολικά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, το ποσό των 2.921,10 ευρώ. Ζητά, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη Τράπεζα, κυρίως με βάση τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και επικουρικά με τις διατάξεις των αδικοπραξιών, να του καταβάλει το ποσό των 44.651,10 (41.730,00 + 2.921,10 =) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, πλέον ποσού 5.000, 00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και συνολικά 49.651,10 ευρώ. Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία. Είναι ορισμένη ως προς τη θετική ζημία του ενάγοντος που συνίσταται στο ποσό (ονομαστική αξία) που κατέβαλε αυτός για την αγορά των παραπάνω επενδυτικών προϊόντων και το οποίο απώλεσε οριστικά (ΕφΑθ 787/2013 ΔΕΕ 2014, 251 ). Το ότι ο ενάγων τυχόν θα λάβει ως αποζημίωση την ονομαστική αξία των χρεογράφων κατά το χρόνο που τα απέκτησε, ενώ θα εξακολουθήσει να είναι κύριος των κρίσιμων τίτλων, έχοντας και την ευχέρεια να εισπράξει την αξία τους κατά τη λήξη τους, οπότε θα καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αποτελεί όχι στοιχείο της αγωγής, αλλά ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, όπως και ο ισχυρισμός συνυπολογισμού στη ζημία του ενάγοντος του κέρδους των αναλογούντων τόκων που τυχόν αποκόμισε ο τελευταίος από τα κτηθέντα από αυτόν ομόλογα (βλ. ΕφΑθ 4841/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος). Η αγωγή είναι νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (βλ. ΑΠ 1738/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 4841/2014 ο.π., ΕφΑθ 787/2013 Ο.Π.), στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 281, 288, 330, 334, 361, 914, 919, 922, 932, 346 ΑΚ, 1 παρ. 4α, 8 Ν. 2251/1994, 2, 3 παρ. 2, 4, 25 Ν. 3606/2007, 4 επ., 12 επ. αρ. 1/452/2007 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, 5-12 Ν. 2198/1994, 907, 908 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, αφού έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το προσαγόμενο υπ` αριθ. 14229104/2015 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΙΓ` Αθηνών).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τα νομίμως προσαγόμενα και επικαλούμενα εκατέρωθεν έγγραφα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων είναι έγγαμος, συνταξιούχος υπάλληλος του Ο.Τ.Ε. Συνεργαζόταν με το ευρισκόμενο στη Νεάπολη Κοζάνης υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» ειδική διάδοχος της οποίας στην επίδικη έννομη σχέση κατέστη η εναγόμενη μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης και τη θέση της υπό ειδική εκκαθάριση κατ` άρθρο 68 Ν. 3601/2007, κατόπιν απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος με αρ. 46/1/27-7-2012 (ΦΕΚ β` 2208/27-7- 2012), έχοντας συνάψει συμβάσεις τραπεζικών καταθέσεων χρημάτων του, απλών και προθεσμιακών και ενός στεγαστικού δανείου προς αυτόν ποσού 100.000,00  ευρώ. Την 2-12-1998, με τη διαμεσολάβηση της εν λόγω Τράπεζας, ο εναγών είχε προβεί σε αγορά τίτλων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου με λογιστική μορφή, με κωδικό ISIN ……………….., ονομαστικής αξίας 5,5 εκ. δρχ. Με την υπ` αριθ. 2/6276/0023Α απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εκδόθηκε στις 2-2-2010 κοινοπρακτικό ομολογιακό δάνειο σε άυλη μορφή, σταθερού επιτοκίου 6,10% ετησίως, διάρκειας 5 ετών και λήξης στις 20-8-2015. Οι τίτλοι που επρόκειτο να διατεθούν ήταν ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ), σταθερού επιτοκίου, διάρκειας 5 ετών, διαπραγματεύσιμοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, στην Ηλεκτρονική Δευτερογενή Αγορά Τίτλων (ΗΔΑΊ`) και στη διατραπεζική αγορά. Αν η αγορά των ομολόγων πραγματοποιείτο μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την ημέρα της έκδοσής τους, οι επενδυτές – φυσικά πρόσωπα δικαιούνταν φοροαπαλλαγής, εφόσον βέβαια τα διακρατούσαν μέχρι τη λήξη τους. Ο ενάγων διατηρούσε στην παραπάνω Τράπεζα προθεσμιακή κατάθεση ύψους 61.000,00 ευρώ. Την 3-2-2010, ο ενάγων αιτήθηκε την πρόωρη λήξη της προθεσμιακής του κατάθεσης και με το προϊόν της (αφαιρουμένης της ποινής προεξοφλήσεως) προέβη στην αγορά 61 ομολογιακών τίτλων της παραπάνω έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής ονομαστικής αξίας 61.000, 00 ευρώ. Ακολούθως και δη στις 9-2-2010, η θυγατέρα του ενάγοντος ………………………., προέβη στην αγορά 17 ομολογιακών τίτλων, εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής ονομαστικής αξίας 17.000,00 ευρώ, με παρότρυνση του τελευταίου. Για την εξυπηρέτηση του σκοπού των εν λόγω συμβάσεων και την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των τίτλων, εξουσιοδοτήθηκε η Τράπεζα να πιστώσει με την ονομαστική αξία των ΟΕΔ τους υπ` αριθ. ………………………και ……………………..λογαριασμούς χρεογράφων με δικαιούχο τον ενάγοντα και συνδικαιούχους εγγύτερους συγγενείς του, οι οποίοι κατ` άρθρο 12 Ν. 2198/1994 διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932 (για τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό) και με το ποσό των τόκων σε κάθε περίοδο εκτοκισμού καθώς και με το προϊόν της εξόφλησης των τίτλων που θα διακρατηθούν μέχρι τη λήξη, τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στις αιτήσεις εξαγοράς που συντάχθηκαν. Περί τις αρχές του έτους 2012 συνήφθη μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) η «Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ) (PSI LM Facility Agreement).

Οι λόγοι που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στην κατάρτιση αυτής της σύμβασης ήταν η επιβεβλημένη ανάγκη για μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους της Ελλάδος προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσαν να υπάρξουν απρόβλεπτες συνέπειες στην Ελληνική Οικονομία, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (βλ. αιτιολ. εκθ. Ν. 4046/2012). Το σχέδιο της Σύμβασις PSI περιλάμβανε τρεις επιμέρους συμβάσεις και δη: α. Τη «Σύμβαση Διευκόλυνσης για τη Διαχείριση Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ)» για τη χρηματοδοτική ενίσχυση ύψους μέχρι 30 δις ευρώ, β. τη «Σύμβαση Πιστωτικής Ενίσχυσης ΕΚΤ» ύψους μέχρι 35 δις ευρώ, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει την προσφορά επαναγοράς, με την οποία η ΕΚΤ, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, προσφέρεται να επαναγοράσει από εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΟΚΤ) του Συστήματος του ευρώ ορισμένα κρατικά ομόλογα εκδόσεώς της και γ. τη Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης ύψους 5,7 δις ευρώ του ΕΤΧΣ προς την Ελλάδα για τη «Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων». Το σχέδιο της συνολικής Σύμβασης επικύρωσε ο Ν. 4046/2012 περί «Έγκρισης των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης». Ακολούθησε ο Ν. 4050/2012 που έθεσε τους «Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεώς ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων» ενώ με ΠΝΠ εγκρίθηκε το Σχέδιο της Κυρίας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 4060/2012. Πιο συγκεκριμένα, με την παρ. 2 του άρθρου 1 Ν. 4050/2012 εξουσιοδοτήθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΧ) να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους. Η υπ’ αριθ. 5/24-2-2012 ΠΥΣ έθεσε την 24-2-2012 ως ημέρα έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και καθόρισε τους όρους ανταλλαγής τους. Μετά δε την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής (από 24.2 έως 8.3.2012) εκδόθηκε στις 9-3-2012 σχετική βεβαίωση της ΤτΕ, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας, περί συναίνεσης και αποδοχής των ομολογιούχων να τροποποιήσουν και ανταλλάξουν τους επιλέξιμους τίτλους τους, η οποία εγκρίθηκε με την ΠΥΣ 10/9-3-2012 κατ` εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 1 του Ν. 4050/2012. Με την ως άνω διαδικασία η Ελληνική Δημοκρατία διά του ΟΔΔΧ και μέσω ηλεκτρονικής πρόσκλησης κάλεσε τους ομολογιούχους των Επιλέξιμων Τίτλων, με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων των σχετικών προσκλήσεων, είτε να συναινέσουν στις προϋποθέσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, είτε να απορρίψουν τις προταθείσες τροποποιήσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, η δε ανταλλαγή ή το επικαλούμενο «κούρεμα» προέβλεπε για κάθε 1.000,00 ευρώ ανταλλάξιμων τίτλων να λάβουν οι ομολογιούχοι: 315,00 ευρώ σε νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (διαφόρων σειρών, επιτοκίων και λήξεων έως το έτος 2042), 315,00 ευρώ σε τίτλους λογιζόμενου ποσού, η απόδοση των οποίων θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν («τίτλοι ΑΕΠ»), 150,00 ευρώ Ομόλογα Πληρωμής PSI, έκδοσης του ΕΤΧΣ και καταβολή δεδουλευμένων τόκων μέχρι 24-2-2012 από την Ελληνική Δημοκρατία. Από το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο όλων των Επιλέξιμων Τίτλων ποσού 177.218.697.615,45 ευρώ, επετεύχθη η απαιτούμενη απαρτία αφού συμμετείχαν ψηφίζοντας είτε υπέρ είτε κατά ομολογιούχοι με ανεξόφλητο  Κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ δηλ. ποσοστό 91,05% (δηλ. ποσοστό μεγαλύτερο του 50% που εξασφάλισε την ύπαρξη απαρτίας) ενώ επετεύχθη η λήψη απόφασης με την απαιτούμενη ενισχυμένη πλειοψηφία, αφού απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 ευρώ ενώ συνήνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 152.042.932.772,40 ευρώ, δηλ. ποσοστό 94,23% το οποίο υπερβαίνει τα προβλεπόμενα και απαιτούμενα 2/3 της αυξημένης πλειοψηφίας, ενώ παράλληλα προβλεπόταν και η προϋπόθεση ύπαρξης ελαχίστης συμμετοχής του 90% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, όμως, το σύνολο ανεξόφλητου κεφαλαίου ομολογιούχων που είτε ρητά αρνήθηκαν να συναινέσουν (9.308.013.293,14 ευρώ) είτε δε συμμετείχαν στη διαδικασία (15.867.751.549,91 ευρώ) και άρα αρνήθηκαν σιωπηρώς την ανταλλαγή, ανήλθε σε 25.175.764.843,05 ευρώ ή ποσοστό 14,2%. Ωστόσο, προϋπόθεση για την εκταμίευση του ανώτατου ποσού χρηματοδότησης βάσει της Σύμβασης ήταν η αποδοχή των ομολογιούχων να είναι καθολική, οπότε και ενεργοποιήθηκαν οι ρήτρες συλλογικής δράσης οι οποίες εφαρμόσθηκαν για τους μη συμμετέχοντες ή ρητώς μη συναινέσαντες ομολογιούχους που εξέφραζαν ποσοστό 14,2% του συνολικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το ποσοστό της «φαινομενικής» αποδοχής να είναι 100% (βλ. ΟλΣτΕ 1116/2014 σκ. 4 και αναλ. Καλαμπούκα – Γιαννοπούλου, Η προστασία του επενδυτή-καταναλωτή από την εφαρμογή του PSI, ΔΕΕ 2012, 1006). Συμπερασματικά, πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαχρονικά αναδιάρθρωση κρατικού χρέους, στην οποία συμπεριλήφθηκαν τίτλοι ονομαστικής αξίας 200 δις ευρώ, ποσό ανώτερο από το ύψος του ημεδαπού ΑΕΠ, ταυτόχρονα δε η πρώτη αναδιάρθρωση χρέους ευρωπαϊκού κράτους μετά τη δεκαετία του 1950 (Λιναρίτη, Ζητήματα από την αντικατάσταση των άυλων ομολογιακών τίτλων του Δημοσίου, ΔΕΕ 2014, 212). Η σύμβαση του PSI εφαρμόστηκε σε όλους τους κατόχους επιλέξιμων τίτλων και δη σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που ήταν κατά την κρίσιμη περίοδο κάτοχοι ομολογιακών τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, του ενάγοντος συμπεριλαμβανομένου, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους  εκδόσεως του ίδιου του Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, σημαντικά μειωμένης (κατά 53,5%) ονομαστικής αξίας.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ασαφής, ελλιπής  και παραπλανητική πληροφόρηση των υπαλλήλων της Τράπεζας, σε συνδυασμό με τη μη διερεύνηση του επενδυτικού του προφίλ, ώστε να επιλεγεί το καταλληλότερο για αυτόν επενδυτικό προϊόν, είχαν ως αποτέλεσμα να τον οδηγήσουν σε μία απόφαση που διαφορετικά δε θα είχε λάβει, είναι αναληθής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας δεν επηρέασαν σε, κανένα στάδιο τη λήψη της επενδυτικής αυτής απόφασης και συγκεκριμένα δεν προέβησαν σε κάποια πράξη εξαπάτησης του ενάγοντας και της θυγατέρας του, παριστάνοντας σε αυτούς ψευδή γεγονότα ως αληθή ή αποκρύπτοντας αθέμιτα ή παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα από αυτούς, τουναντίον μάλιστα, τα πρόσωπα αυτά, με δική τους πρωτοβουλία, απευθύνθηκαν στην εν λόγω Τράπεζα και αποφάσισαν με ελεύθερη βούληση, λόγω της αστάθειας του ημεδαπού τραπεζικού συστήματος που κατά την κρίση τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του συνόλου των καταθέσεών τους, να επενδύσουν τα χρηματικά τους διαθέσιμα σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, που τη δεδομένη χρονική στιγμή είχαν υψηλότερη απόδοση σε σχέση με τα λοιπά προϊόντα της αγοράς, παρά τις αντιρρήσεις των στελεχών της Τράπεζας που εύλογα επιδίωκαν να διατηρήσουν το ποσό των 61.000,00 ευρώ στη διάθεση της Τράπεζας για την εξυπηρέτηση των καταστατικών σκοπών της. Η δικαιοπάροχος της εναγομένης περιορίστηκε στην εκτέλεση των προκείμενων εντολών για την αγορά άυλων ομολογιακών τίτλων του Δημοσίου, οι οποίες (εντολές) δοθήκαν από τον ενάγοντα και τη θυγατέρα του κατά τα προαναφερόμενα, χωρίς να παράσχει επενδυτικές συμβουλές. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για την έστω σιωπηρή κατάρτιση μίας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, όταν απλώς και μόνο ο επενδυτής αναθέτει στην τράπεζα την εκτέλεση συγκεκριμένων επενδυτικών κινήσεων (αγοράς, πώλησης αξιογράφων κ.λπ.) και αυτή τις εκτελεί. Και τούτο, διότι υπό τις συνθήκες αυτές δεν αναπτύσσεται μία προσωπική σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στα δύο μέρη, η οποία επιτρέπει στην τράπεζα να επηρεάσει την επενδυτική βούληση του πελάτη της. Τόσο η απλή λήψη και διαβίβαση εντολών για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, όσο και η εκτέλεση εντολών για κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών αποτελούν επενδυτικές υπηρεσίες με την έννοια του Ν. 3606/2007 (άρθρο 4 παρ. 1 περ. α & β). Χωρίς όμως τη συμβατική ανάληψη της παροχής επενδυτικών συμβουλών η τράπεζα δεν οφείλει να παράσχει στον πελάτη της συμβουλευτικές υπηρεσίες (ΑΠ 446/2010 ΧρηΔικ 2010, 231, 236). Από αυτή την αφετηριακή θέση ξεκινά η διαφορετική νομική μεταχείριση της παροχής επενδυτικών συμβουλών σε σύγκριση με την απλή εκτέλεση εντολών αγοράς ή πώλησης. Έτσι η υποχρέωση ελέγχου της καταλληλότητας ενός χρηματοπιστωτικού μέσου για τον συγκεκριμένο εκάστοτε πελάτη βαρύνει την τράπεζα μόνον κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών και τη διαχείριση χαρτοφυλακίου (άρθρο 25 παρ. 4 Ν. 3606/2007). Αντίθετα, αν η τράπεζα απλώς και μόνον παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών ή της λήψης και διαβίβασης εντολών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει μόνον να προχωρήσει στον προβλεπόμενο στην παρ. 5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικά τον πελάτη. Τούτο όμως ισχύει μόνον αν δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007. Και τούτο, γιατί επί συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών, η τράπεζα απαλλάσσεται και από την έλεγχο συμβατότητας (Λιάππη, Αποζημίωση των επενδυτών και δίκαιο της κεφαλαιαγοράς, 2012, 167 επ., Λιναρίτη, ο.π., 222). Στην επίδικη περίπτωση τεκμηριώνεται νόμιμος λόγος παράλειψης του ελέγχου συμβατότητας, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, καθόσον το πιστωτικό ίδρυμα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίσταντο αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών της, οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούσαν ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου που συνιστούν μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα, η υπηρεσία παρασχέθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας των πελατών της οι οποίοι είχαν ενημερωθεί σαφώς έστω και σε τυποποιημένη μορφή, ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η τράπεζα δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτονται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς, ενώ τηρήθηκαν και οι κανόνες για τη σύγκρουση συμφερόντων (βλ. τον όρο που καταχωρήθηκε στις επίμαχες αιτήσεις για αγορά ΕΓΈΔ-ΟΕΔ από πελάτες φυσικά πρόσωπα μέσω δευτερογενούς αγοράς που φέρουν τις επιγραφές του ενάγοντα και της θυγατέρας του, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, κατά τον οποίο «Η συγκεκριμένη υπηρεσία αποτελεί αποκλειστικά υπηρεσία εκτέλεσης εντολών ή λήψης και διαβίβασης εντολών. Προέκυψε με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη, αφορά απλά χρηματοπιστωτικά μέσα και με τη σύμφωνη γνώμη του πελάτη δε θα πραγματοποιηθεί ο έλεγχος συμβατότητας για τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν αποκλείεται πάντως να απορρέουν, (βάσει της αρχής της καλής πίστης, παρεπόμενες υποχρεώσεις της τράπεζας να διαφωτίσει τον επενδυτή, όταν αυτός, κατά ευδιάκριτο για την τράπεζα τρόπο, δε διακρίνει κινδύνους της σκοπούμενης από αυτόν συναλλαγής (Λιάππη, ο.π., σημ. 615, 168), στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε υποχρέωση ειδικής ενημέρωσης για τον τυχόν αυξημένο κίνδυνο των τίτλων καθόσον, κατά τη χρονική στιγμή που διενεργήθηκε η επίδικη αγορά, δηλ. προ της επίτασης της κρίσης του ημεδαπού δημόσιου χρέους (που σήμανε ραγδαία πτώση των τιμών διαπραγμάτευσης των εν λόγω τίτλων στη δευτερογενή αγορά), κανένα πιστωτικό ίδρυμα ή διεθνής οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης δε θα μπορούσε να προβλέψει την μετά από δύο έτη εφαρμογή των παραπάνω εξαιρετικών νομοθετικών διατάξεων που εισήγαγαν αναδρομικά ρήτρες συλλογικής δράσης. Η χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση του εκδότη ενός ομολογιακού τίτλου δεν οδηγεί αυτομάτως και σε εφαρμογή αντίστοιχων νομοθετικών μέτρων. Ιδίως όταν πρόκειται για κρατικά ομόλογα, δεδομένου ότι δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι στον οικονομικό χώρο, διαχρονικά, οι επενδύσεις σε κρατικούς ομολογιακούς τίτλους (μολονότι πράγματι «δεν είναι απαλλαγμένες κινδύνου περιουσιακής απώλειας» ΟλΣτΕ 1116/2014), δεν παύουν να αξιολογούνται καταρχήν ως επενδύσεις με το συγκριτικά μικρότερο (σε σχέση λ.χ. με επενδύσεις σε τραπεζικά ή λοιπά εταιρικά ομόλογα, υβριδικές μορφές τίτλων ή μετοχές ιδιωτικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στο ίδιο κράτος και εκφράζονται στο ίδιο νόμισμα) επενδυτικό κίνδυνο (Λιναρίτη ο.π., 222). Αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο έτερος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι μετά την κτήση των τίτλων δεν ενημερώθηκε από την Τράπεζα για τον κίνδυνο που διέτρεχε η επένδυσή του από τις διακυμάνσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη του ομολόγου, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει σε τι ενέργειες θα προβεί για την προστασία της επένδυσής του ([προεξόφληση). Τούτο ενόψει του ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι ενοχικές υποχρεώσεις των Φορέων του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 2198/1994, όπου τηρείται ο λογαριασμός αξιών ως αρχείο λογιστικών εγγραφών, που συναρτώνται με, και απορρέουν από, τη διάθεση των άυλων τίτλων προς τους επενδυτές περιορίζονται ουσιαστικά στα καθήκοντα προσυμβατικής και τακτικής ενημέρωσης, λογιστικής παρακολούθησης, λογοδοσίας, ως εν γένει επί επενδυτικών υπηρεσιών θεματοφυλακής (άρθρο 4 παρ. 2α Ν. 3606/2007, 713 επ„ 288 ΑΚ) (βλ. Λιναρίτη ο.π., 217 πρβλ Βελέντζα, Οι επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και οι παρεπόμενες υπηρεσίες μετά το Ν. 3606/2007, ΕΤρΑξΧρΔ 2009, 787 Τσιμπανούλη, Επενδυτικά αξιόγραφα σε λογιστική μορφή, ΝοΒ 2008, 849) και ότι επομένως μετά την εκτέλεση της εντολής υπήρχε εκ μέρους της Τράπεζας υποχρέωση ενημερώσεις του εντολέα της ως προς την πορεία ή την καταλληλότητα των κρατικών χρεογράφων (περιοδικές ενημερώσεις, αποτίμηση χαρτοφυλακίου), ήταν γνωστή στον καθένα (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επομένως και στον ενάγοντα η αυξημένη πιθανότητα αθέτησης των υποχρεώσεων του εκδότη των τίτλων έναντι των ομολογιούχων και σε κάθε περίπτωση, αυτός κανένα όφελος δε θα αποκόμιζε από τη γνώση αυτή δεδομένου ότι η δραματική μείωση της αγοραίας (τρέχουσας) τιμής των τίτλων του Δημοσίου μετά την εμφάνιση και όξυνση των προβληματισμών για την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους (από τα μέσα του έτους 2010 και έως τα τέλη του 2001, υποχωρώντας μάλιστα ακόμη και κατά ποσοστό 55% έως 70% σε σύγκριση με την ονομαστική αξία τους βλ. Λιναρίτη ο.π., 223), τα καθιστούσε σχεδόν αμέσως μετά την κτήση τους, κατ΄ ουσίαν μη εμπορεύσιμα (αδιαβάθμιτα επενδυτικά προϊόντα, «σκουπίδια»).

Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι με δική της πρωτοβουλία, δίχως τη δική του ρητή συναίνεση, η Τράπεζα συμμετείχε στο PSI και συναίνεσε στο «κούρεμα» των αποταμιεύσεών του, ενώ η ίδια φρόντισε να έχει ανταλλάγματα που συνίστανται στην ανακεφαλαίωσή της από το Ελληνικό Δημόσιο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι τυχόν ρητή αρνητική δικαιοπρακτική βούληση του επενδυτή (ενάγων) προς το Φορέα (Τράπεζα) δε θα ήταν δυνατό να επηρεάσει την έκβαση της διαδικασίας λήψης της συλλογικής απόφασης των Φορέων του Συστήματος Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (ως ομολογιούχων, άρθρο 1 παρ. στ΄ Ν. 4050/2012) με αντικείμενο την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και, ως εκ τούτου, λείπει η προϋπόθεση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρανομίας και ζημίας που απαιτείται να συντρέχει για τις επίδικες αξιώσεις (πρβλ άρθρο 35α παρ. 5 ΚΝ 2190/1920). Κατόπιν τούτων, ελλείψει συμβατικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, η απόκτηση και αντικατάσταση των επίδικων επιλέξιμων τίτλων με νέους τίτλους, συνολικά μικρότερης κατά 53,5% ονομαστικής αξίας, η οποία επέφερε την επικαλούμενη ζημία του ενάγοντος, ανάγεται, αποκλειστικά, στη δική του σφαίρα ευθύνης και δεν αποτελεί ζημία προκληθείσα από πράξη ή παράλειψη τρίτου, ώστε να δικαιούται αυτός να ζητήσει την αποκατάστασή της. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν και να καταδικαστεί ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης που υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα με τις προτάσεις της, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 191 παρ, 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ ότι η αγωγή δεν έχει ασκηθεί ως προς τη δεύτερη, την τρίτη, τον τέταρτο και τον πέμπτο των εναγόντων.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πρώτο ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, ποσού 1.200,00 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21-8-2015.

           Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                  Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ