ΑΠΟΦΑΣΗ 5057/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή, Φαίδρα Καραγιάννη, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης και το Γραμματέα, Δημήτριο Μπασέτα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21-5-2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …………., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε διά των πληρεξούσιων δικηγόρων του Ελευθερίας Γ. Βασιλείου και Μαρίας Σκιαδιώτη.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ….», πρώην με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …………..», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Γεωργίου Ν. Παπαστύλου.

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 7-1-2015 αγωγή του, που κατατέθηκε με αριθμό 13372/1696/5-2-2015, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ, δημόσια συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως σημειώνεται παραπάνω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Ο ενάγων ιστορεί στην υπό κρίση αγωγή του, όπως παραδεκτά περιορίστηκε με τις προτάσεις (άρθρο 223 ΚΠολΔ), ότι εναγομένη, η οποία του παρείχε επενδυτικές συμβουλές, του πρότεινε μέσω των υπαλλήλων της και ο ίδιος τοποθέτησε 150.874,65 ευρώ σε άυλους τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι (τίτλοι) υπήχθησαν στη διαδικασία διαπραγμάτευσης για αντικατάσταση ομολόγων της ΠΥΣ 5/24.2.2012 και, τελικά, αντικαταστάθηκαν επί τη βάσει του αποτελέσματος αυτής της διαδικασίας, με νέους τίτλους, εκδόσεως του ίδιου του Δημοσίου και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), σημαντικά μειωμένης (κατά 53,5%) ονομαστικής αξίας. Ότι συνεπεία της αντισυμβατικής, παράνομης και αντίθετα με τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλονται από το νόμο κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, συμπεριφοράς των υπαλλήλων της Τράπεζας, ο ίδιος υπέστη θετική ζημία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 80.785,00 ευρώ, δηλαδή στο 53,5% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων που αγόρασε. Ότι παράλληλα υπέστη αποθετική ζημία λόγω διαφυγόντος κέρδους το οποίο απώλεσε από την μη επωφελή τοποθέτηση ποσού 80.785,00 ευρώ σε προθεσμιακή κατάθεση, όπως σκόπευε να πράξει αρχικώς, από την οποία θα ελάμβανε (μικτούς) τόκους, από 9-3-2012, με μέση ετήσια απόδοση τόκων τουλάχιστον 3,5% ετησίως και συνολικά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, το ποσό των 5.654,95 ευρώ. Ζητά, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη Τράπεζα, κυρίως με βάση τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και επικουρικά με τις διατάξεις των αδικοπραξιών, να του καταβάλει το ποσό των 86.439,95 (80.785,00 + 5.654,95 =) ευρώ, νομιμοτόκως από 9-3-2012 και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, πλέον ποσού 9.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και συνολικά 95.439,95 ευρώ.

Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία. Είναι ορισμένη ως προς τη θετική ζημία του ενάγοντας που συνίσταται σε ποσοστό 53,5% της ονομαστικής αξίας των κτηθέντων χρηματοπιστωτικών μέσων που αυτός απώλεσε οριστικά, αφού αποσβέστηκε κατά 53,5% η αξίωσή του να του καταβληθεί από τον εκδότη των ομολόγων η αρχική αξία της επένδυσής του στη λήξη του χρεογράφου (ΕφΑθ 787/2013 ΔΕΕ 2014, 251). Το ότι ο ενάγων τυχόν θα λάβει μέρος της ονομαστικής αξίας των τίτλων ως αποζημίωση, εξακολουθώντας να είναι κύριος των κρίσιμων τίτλων, έχοντας και την ευχέρεια να εισπράξει την αξία τους κατά τη λήξη τους, οπότε θα καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αποτελεί όχι στοιχείο της αγωγής, αλλά ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, όπως και ο ισχυρισμός συνυπολογισμού στη ζημία του ενάγοντος του κέρδους των αναλογούντων τόκων που τυχόν αποκόμισε ο τελευταίος από τα κτηθέντα από αυτόν ομόλογα (ΕφΑθ 4841/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος). Η αγωγή είναι νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (ΑΠ 1738/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 4841/2014 ο.π, ΕφΑθ 787/2013 ο.π.), στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 281, 288, 330, 334, 361, 914, 919, 922, 932 ΑΚ, 1 παρ. 4% 8 Ν. 2251/1994, 2, 3 παρ. 2, 4, 25 Ν. 3606/2007, 4 επ., 12 επ. αρ. 1/452/2007 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, 5-12 Ν. 2198/1994, 907, 908 ΚΠολΔ, Το περί τοκοδοσίας αίτημα είναι νόμιμο για τον μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο (άρθρο 346 ΑΚ). Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ΄ ουσίαν, αφού έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το προσαγόμενο υπ` αριθ. 14229103/2015 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΙΓ` Αθηνών).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τα νομίμως προσαγόμενα και επικαλούμενα εκατέρωθεν έγγραφα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Περί τις αρχές του έτους 2012 συνήφθη μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) η «Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ) (PSI LM Facility Agreement). Οι λόγοι που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στην κατάρτιση αυτής της σύμβασης ήταν η επιβεβλημένη ανάγκη για μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους της Ελλάδος προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσαν να υπάρξουν απρόβλεπτες συνέπειες στην Ελληνική Οικονομία, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (βλ. αιτιολ. εκθ. Ν. 4046/2012). Το σχέδιο της Σύμβασης PSI περιλάμβανε τρεις επιμέρους συμβάσεις και δη: α. Τη «Σύμβαση Διευκόλυνσης για τη Διαχείριση Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ)» για τη χρηματοδοτική ενίσχυση ύψους μέχρι 30 6ις ευρώ, β. τη «Σύμβαση Πιστωτικής Ενίσχυσης ΕΚΤ» ύψους μέχρι 35 δις ευρώ, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει την προσφορά επαναγοράς, με την οποία η ΕΚΤ, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, προσφέρεται να επαναγοράσει από εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΘΚΤ) του Συστήματος του ευρώ ορισμένα κρατικά ομόλογα εκδόσεώς της και γ. τη Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης ύψους 5,7 δις ευρώ του ΕΤΧΣ προς την Ελλάδα για τη «Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων». Το σχέδιο της συνολικής Σύμβασης επικύρωσε ο Ν. 4046/2012 περί «Έγκρισης των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης». Ακολούθησε ο Ν. 4050/2012 που έθεσε τους «Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεώς ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων» ενώ με ΠΝΠ εγκρίθηκε το Σχέδιο της Κυρίας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 4060/2012. Πιο συγκεκριμένα, με την παρ. 2 του άρθρου 1 Ν. 4050/2012 εξουσιοδοτήθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΧ) να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους. Η υπ` αριθ. 5/24-2-2012 ΠΥΣ έθεσε την 24-2-2012 ως ημέρα έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και καθόρισε τους όρους ανταλλαγής τους. Μετά δε την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής (από 24.2 έως 8.3.2012) εκδόθηκε στις 9-3-2012 σχετική βεβαίωση της ΤτΕ, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας, περί συναίνεσης και αποδοχής των ομολογιούχων να τροποποιήσουν και ανταλλάξουν τους επιλέξιμους τίτλους τους, η οποία εγκρίθηκε με την ΠΥΣ 10/9-3-2012 κατ` εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 1 του Ν. 4050/2012. Με την ως άνω διαδικασία η Ελληνική Δημοκρατία διά του ΟΔΔΧ και μέσω ηλεκτρονικής πρόσκλησης κάλεσε τους ομολογιούχους των Επιλέξιμων Τίτλων, με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων των σχετικών προσκλήσεων, είτε να συναινέσουν στις προϋποθέσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, είτε να απορρίψουν τις προταθείσες τροποποιήσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, η δε ανταλλαγή ή το επικαλούμενο «κούρεμα» προέβλεπε για κάθε 1.000,00 ευρώ ανταλλάξιμων τίτλων να λάβουν οι ομολογιούχοι: 315,00 ευρώ σε νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (διαφόρων σειρών, επιτοκίων και λήξεων έως το έτος 2042), 315,00 ευρώ σε τίτλους λογιζόμενου ποσού, η απόδοση των οποίων θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν («τίτλοι ΑΕΠ»), 150,00 ευρώ Ομόλογα Πληρωμής PSI, έκδοσης του ΕΤΧΣ και καταβολή δεδουλευμένων τόκων μέχρι 24-2-2012 από την Ελληνική Δημοκρατία. Από το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο όλων των Επιλέξιμων Τίτλων ποσού 177.218.697.615,45 ευρώ, επετεύχθη η απαιτούμενη απαρτία αφού συμμετείχαν ψηφίζοντας είτε υπέρ είτε κατά ομολογιούχοι με ανεξόφλητο Κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ δηλ, ποσοστό 91,05% (δηλ. ποσοστό μεγαλύτερο του 50% που εξασφάλισε την ύπαρξη απαρτίας) ενώ επετεύχθη η λήψη απόφασης με την απαιτούμενη ενισχυμένη πλειοψηφία, αφού απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 ευρώ ενώ συνήνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 152.042.932.772,40 ευρώ, δηλ. ποσοστό 94,23% το οποίο υπερβαίνει τα προβλεπόμενα και απαιτούμενα 2/3 της αυξημένης πλειοψηφίας, ενώ παράλληλα προβλεπόταν και η προϋπόθεση ύπαρξης ελάχιστης συμμετοχής του 90% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, όμως, το σύνολο ανεξόφλητου κεφαλαίου ομολογιούχων που είτε ρητά αρνήθηκαν να συναινέσουν (9.308.013.293,14 ευρώ) είτε δε συμμετείχαν στη διαδικασία (15.867.751.549,91 ευρώ) και άρα αρνήθηκαν σιωπηρώς την ανταλλαγή, ανήλθε σε 25.175.764.843,05 ευρώ ή ποσοστό 14,2%. Ωστόσο, προϋπόθεση για την εκταμίευση του ανώτατου ποσού χρηματοδότησης βάσει της Σύμβασης ήταν η αποδοχή των ομολογιούχων να είναι καθολική, οπότε και ενεργοποιήθηκαν οι ρήτρες συλλογικής δράσης οι οποίες εφαρμόσθηκαν για τους μη συμμετέχοντες ή ρητώς μη συναινέσαντες ομολογιούχους που εξέφραζαν ποσοστό 14,2% του συνολικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το ποσοστό της «φαινομενικής» αποδοχής να είναι 100% (βλ. ΟλΣτΕ 1116/2014 οκ. 4 και αναλ. Καλαμπούκα – Γιαννοπούλου, Η προστασία του επενδυτή-καταναλωτή από την εφαρμογή του PSI, ΔΕΕ 2012, 1006). Συμπερασματικά, επρόκειτο για τη μεγαλύτερη διαχρονικά αναδιάρθρωση κρατικού χρέους, στην οποία συμπεριλήφθηκαν τίτλοι ονομαστικής αξίας 200 δις ευρώ, ποσό ανώτερο από το ύψος του ημεδαπού ΑΕΠ, ταυτόχρονα δε η πρώτη αναδιάρθρωση χρέους ευρωπαϊκού κράτους μετά τη δεκαετία του 1950 (Διναρίτη, Ζητήματα από την αντικατάσταση των άυλων ομολογιακών τίτλων του Δημοσίου, ΔΕΕ 2014, 212). Ο ενάγων είναι έγγαμος με δύο τέκνα, συνταξιούχος στρατιωτικός ιατρός- αναισθησιολόγος. Την 25-7-2008 συνήψε με την εναγόμενη την υπ΄ αριθ. ……. σύμβαση χαρτοφυλακίου αξιών σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας «Οι πελάτες παρέχουν στην Τράπεζα την … εξουσιοδότηση … (να) εκτελεί χωρίς κανέναν έλεγχο εκ μέρους της, κάθε εντολή των πελατών … για απόκτηση επ΄ ονόματί τους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, για αγορά επ΄ ονόματί τους κάθε άλλου είδους κινητών αξιών … ». Την 8-2-2010, ο ενάγων προσήλθε στο Κατάστημα Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης της εναγόμενης Τράπεζας έχοντας αποφασίσει να αιτηθεί την αγορά τίτλων (ομολόγων) του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) και υπέγραψε για το σκοπό αυτό την από 8-2-2010 Αίτηση Αγοράς Τίτλων με ISIN……………. ……………, συνολικής ονομαστικής αξίας 151.000,00 ευρώ, με σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,10%, ημερομηνία λήξης την 20-8-2015 και φοροαπαλλαγή σε περίπτωση που τα ομόλογα θα διακρατούνταν από τον αποκτώντα μέχρι τη λήξη τους. Η Τράπεζα ενημέρωσε πλήρως τον Επενδυτή για τους όρους, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των ως άνω τίτλων Ελληνικού Δημοσίου πριν την απόκτησή τους από τον τελευταίο, ο οποίος συνομολόγησε ότι έλαβε γνώση αυτών, δηλώνοντας: «Γνωρίζω πλήρως, κατανοώ και αποδέχομαι τους όρους των Τίτλων και τους κινδύνους που συνεπάγονται για εμένα». Η μεταβίβαση των τίτλων ολοκληρώθηκε με την πίστωση της ονομαστικής αξίας των ΟΕΔ στον υπ` αριθ. 3/00922344, διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932, (κοινό) λογαριασμό κινητών αξιών με δικαιούχους τον ενάγοντα και συγγενικά του πρόσωπα. Η εναγομένη περιορίστηκε στην εκτέλεση της προκείμενης εντολής για την αγορά ΟΕΔ, χωρίς να παράσχει επενδυτικές συμβουλές στον ενάγοντα, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του τελευταίου ότι στην αγορά των επίδικων τίτλων προέβη κατόπιν ασαφούς, ελλιπούς και παραπλανητικής πληροφόρησης των υπαλλήλων της Τράπεζας που τον προέτρεψαν να αγοράσει τα ομόλογα διότι τελούσαν υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου που ήταν δήθεν φερέγγυο. Άλλωστε, η εναγόμενη δεν αποσκοπούσε στην προώθηση των ΟΕΔ, αλλά των δικών της προϊόντων, ώστε να της απομένει το κέρδος. Επομένως, εφόσον η εντολή ήταν μόνο για αγορά των ομολόγων που αποφάσισε ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία, αποβλέποντας τόσο στη μικρή διάρκειά τους, όσο και στο ελκυστικό επιτόκιο που προσέφεραν, ύψους 6,10%, το οποίο ήταν ασφαλώς υψηλότερο από αυτό οποιοσδήποτε προθεσμιακής κατάθεσης, η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας των πωλούμενων τίτλων για το συγκεκριμένο πελάτη που βαρύνει την τράπεζα μόνον κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών και τη διαχείριση χαρτοφυλακίου (άρθρο 25 παρ. 4 Ν. 3606/2007). Αντίθετα, αν η τράπεζα απλώς και μόνον παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει μόνον να προχωρήσει στον προβλεπόμενο στην παρ. 5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικό τον πελάτη. Τούτο όμως ισχύει μόνον αν δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007. Και τούτο, γιατί επί συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών, η τράπεζα απαλλάσσεται και από την έλεγχο συμβατότητας. Στην επίδικη περίπτωση τεκμηριώνεται νόμιμος λόγος παράλειψης του ελέγχου συμβατότητας όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, καθόσον το πιστωτικό ίδρυμα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίσταντο αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολής πελάτη της η εν λόγω υπηρεσία αφορούσε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου που συνιστούν μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνουν όρους ή προϋποθέσεις κατά την έκδοσή τους που απαιτείται εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία εκ μέρους του πελάτη για την κατανόησή τους, η υπηρεσία παρασχέθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη της ο οποίος είχε ενημερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η τράπεζα δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς (βλ. άρθρο 3.3 του ενημερωτικού εντύπου της Τράπεζας για την επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που διανέμεται από την τελευταία στους υποψήφιους επενδυτές), ενώ τηρήθηκαν και οι κανόνες για τη σύγκρουση συμφερόντων. Μεταξύ των τίτλων που ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, ήταν και εκείνοι του ενάγοντας, η αντικατάσταση των οποίων επέφερε στον τελευταίο απώλεια κεφαλαίου κατά 53,5% που αντιστοιχεί σε 80.785,00 ευρώ.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη παρέλειψε να τον ενημερώσει μετά την κατάρτιση της σύμβασης για τον κίνδυνο που διέτρεχε να απωλέσει το κεφάλαιο ή μέρος αυτού λόγω της μείωσης της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου και του επικείμενου επιβλαβούς PSI, ώστε να προβεί σε ενέργειες για την προστασία της επένδυσής του, είναι αβάσιμος. Τούτο ενόψει του ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι στις ενοχικές υποχρεώσεις των Φορέων του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 2198/1994, όπου τηρείται ο λογαριασμός αξιών ως αρχείο λογιστικών εγγραφών, που συναρτώνται με, και απορρέουν από, τη διάθεση των άυλων τίτλων προς τους επενδυτές, περιλαμβάνεται και το καθήκον αποτίμησης του χαρτοφυλακίου και ότι επομένως μετά την εκτέλεση της εντολής υπήρχε εκ μέρους της Τράπεζας υποχρέωση ενημέρωσης του εντολέα της ως προς την πορεία ή την καταλληλότητα των κρατικών χρεογράφων, ήταν γνωστή στον καθένα (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επομένως και στον ενάγοντα η αυξημένη πιθανότητα αθέτησης των υποχρεώσεων του εκδότη των τίτλων έναντι των ομολογιούχων και σε κάθε περίπτωση, αυτός κανένα όφελος δε θα αποκόμιζε από τη γνώση αυτή δεδομένου ότι η δραματική μείωση της αγοραίας (τρέχουσας) τιμής των τίτλων του Δημοσίου μετά την εμφάνιση και όξυνση των προβληματισμών για την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους (από τα μέσα του έτους 2010 και έως τα τέλη του 2001, υποχωρώντας μάλιστα ακόμη και κατά ποσοστό 55% έως 70% σε σύγκριση με την ονομαστική αξία τους), τα καθιστούσε σχεδόν αμέσως μετά την κτήση τους, κατ΄ ουσίαν μη εμπορεύσιμα (αδιαβάθμιτα επενδυτικά προϊόντα, «σκουπίδια»).

Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι με δική της πρωτοβουλία η εναγομένη συμμετείχε στο PSI και συναίνεσε στο κούρεμα των αποταμιεύσεών του, ενώ η ίδια φρόντισε να έχει ανταλλάγματα που συνίστανται στην ανακεφαλαίωσή της από το Ελληνικά Δημόσιο, αδιαφορώντας για τη ζημία που υφίσταται ο ενάγων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι ουδεμία έννομη επιρροή μπορούσε να έχει η τυχόν αντίρρηση του ενάγοντος στο PSI, διότι το αποτέλεσμα κρίθηκε από τους μεγαλοεπενδυτές, που είχαν την πλειοψηφία και, ως εκ τούτου, λείπει η προϋπόθεση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρανομίας και ζημίας που απαιτείται να συντρέχει για τις επίδικες αξιώσεις. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν και να καταδικαστεί ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης που υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα με τις προτάσεις της, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης, ποσού 2.170,00 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24-8-2015.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                                                                                               Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ