Το κάτωθι σχόλιο στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει δημοσιευτεί στο νομικό περιοδικό «ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ», Ιούλιος 2015, σελ. 721 επ.

Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου και PSI – Επίδοση αγωγών Γερμανών ομολογιούχων στο Ελληνικό Δημόσιο (με αφορμή την απόφαση της 11.7.2015 του ΔικΕΕ στην υπόθεση Fahnenbrock, C‑226/13)

Άγγελος Μπώλος, Επίκ. Καθηγητής Εμπορικού Δικαίου, Δικηγόρος

  1. Από το ιστορικό των ανωτέρω συνεκδικαζόμενων υποθέσεων προκύπτει ότι οι ενάγοντες των κύριων δικών, άπαντες κάτοικοι Γερμανίας, απέκτησαν ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς κινητών αξιών που διαχειρίζονταν διάφορες τράπεζες. Με το ν. 4050/2012[1] και τις εκτελεστικές διατάξεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, πραγματοποιήθηκε «κούρεμα» των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου κατά 53,5% της ονομαστικής τους αξίας και προωθήθηκε η διαδικασία ανταλλαγής αυτών με νέους τίτλους[2]. Η ανωτέρω ανταλλαγή επιβλήθηκε, κατά την άποψη των εναγόντων, σε αυτούς, δεδομένου ότι ο ν. 4050/2012 τροποποίησε μονομερώς και αναδρομικώς τους εφαρμοστέους στους τίτλους αυτούς όρους, προσθέτοντας ρήτρες συλλογικής δράσης (CACs – Collective Action Clauses), οι οποίες επέτρεπαν στην πλειοψηφία των κατόχων τους να επιβάλουν στη μειοψηφία των ομολογιούχων φυσικών προσώπων, μια τέτοια ανταλλαγή[3]. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι ενάγοντες των κύριων δικών ενήγαγαν την Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον διάφορων γερμανικών δικαστηρίων[4] με αίτημα είτε την ανόρθωση της ζημίας τους λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας είτε την εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων αρχικών συμβατικών υποχρεώσεων είτε την καταβολή αποζημίωσης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας επίδοσης των εν λόγω αγωγών προς το Ελληνικό Δημόσιο ετέθη το κρίσιμο ζήτημα, αν κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του Κανονισμού 1393/2007[5] οι αγωγές αυτές αφορούσαν σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις και επομένως θα τύγχανε εφαρμογής ο εν λόγω Κανονισμός ή αν είχαν ως αντικείμενό τους πράξη ή παράλειψη κράτους κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας (acta jure imperii) και επομένως θα έπρεπε να αποκλεισθεί η εφαρμογή του[6].
  2. Πρέπει να σημειωθεί κατ’ αρχάς ότι η ανωτέρω υπόθεση αφορά σε έναν δικονομικό Κανονισμό που ρυθμίζει τη διαδικασία και τις λεπτομέρειες επιδόσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή σχετίζεται με ένα ζήτημα προκαταρτικού χαρακτήρα, όπως είναι η επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου των Γερμανών ομολογιούχων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζήτημα που ασφαλώς δεν δύναται να προδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Το ΔικΕΕ τονίζει επ’ αυτού ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να αρκεσθεί σε έναν αρχικό έλεγχο των αναγκαστικώς αποσπασματικών στοιχείων που διαθέτει σε αυτό το στάδιο, προκειμένου να κρίνει αν το ασκηθέν ενώπιόν του ένδικο βοήθημα υπάγεται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, ενώ τα πορίσματα του ελέγχου αυτού δεν μπορούν να προκαταλάβουν τις αποφάσεις που θα λάβει το επιληφθέν δικαστήριο στη συνέχεια, ιδίως ως προς την αρμοδιότητα και την ουσία της διαφοράς[7]. Πρέπει να επισημανθεί ότι με την παρούσα απόφαση το Δικαστήριο φαίνεται να εντάσσει κατά την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού, δηλαδή της αστικής και εμπορικής υπόθεσης, την έννοια του «προφανούς». Επικαλείται δηλαδή τη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 3, σύμφωνα με την οποία μια υπηρεσία παραλαβής (κράτους-μέλους) υποχρεούται να επιστρέψει την αίτηση επίδοσης στην υπηρεσία διαβίβασης μόνον «εάν είναι προφανές ότι η αίτηση επίδοσης ή κοινοποίησης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού»[8]. Όμως, η εν λόγω προσέγγιση ενδέχεται να δημιουργήσει σχετική αβεβαιότητα ως προς την ερμηνευτική εξουσία των εθνικών δικαστηρίων επί υποθέσεων επίδοσης, καθώς η συγκεκριμένη επιταγή, όπως προκύπτει από την ίδια τη συστηματική διάρθρωση του Κανονισμού, απευθύνεται και αφορά στην υπηρεσία παραλαβής, δηλαδή της υπηρεσίας που διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να αποφανθεί αν είναι πράγματι προφανές η αίτηση επίδοσης ή κοινοποίησης να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Για το λόγο αυτό ο Γενικός Εισαγγελέας επισημαίνει στις προτάσεις του ότι: «…ο κανονισμός 1393/2007 δεν περιορίζει παρά την εξουσία εκτιμήσεως της υπηρεσίας παραλαβής, η οποία δεν μπορεί να επιστρέψει την αίτηση επιδόσεως στην υπηρεσία διαβιβάσεως παρά μόνον εάν αυτή δεν εμπίπτει «προφανώς στο πεδίο εφαρμογής [αυτού του] κανονισμού». Αντιθέτως, ο κανονισμός 1393/2007 δεν περιλαμβάνει κανένα περιορισμό της εξουσίας ερμηνείας της υπηρεσίας διαβιβάσεως ούτε, a fortiori, του επιλαμβανομένου της διαφοράς δικαστή οσάκις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του γερμανικού δικαίου, αυτός μπορεί να οδηγηθεί σε κρίση, εκ προοιμίου, επί του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού αυτού». Αναμένεται ασφαλώς να διαπιστωθεί αν και σε μελλοντικές αποφάσεις του ΔικΕΕ, σχετικές με τον εν λόγω Κανονισμό, θα επιβεβαιωθεί η προαναφερθείσα τοποθέτησή του.
  3. Πάντως, το Δικαστήριο, με αναφορές στην προηγούμενη νομολογία του[9], δέχεται ότι στις υποθέσεις των Γερμανών ομολογιούχων κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν υφίσταται άσκηση δημόσιας εξουσίας (acta iure imperii), απορρίπτοντας εν προκειμένω τις αντίθετες προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα[10]. Οι σκέψεις του ΔικΕΕ, ειδικά εκείνες με τις οποίες αναζητεί το καθοριστικό κριτήριο για την υπαγωγή της συγκεκριμένης διαφοράς στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού («αστικής και εμπορική υπόθεση»), έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Έτσι, στη σκέψη 53 γίνεται εμφανής ο παραλληλισμός σε σχέση με τη δραστηριοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου ως fiscus, το οποίο κινείται στην ελεύθερη οικονομία, προκειμένου να καλύψει τις όποιες χρηματοδοτικές του ανάγκες, ακολουθώντας τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν και για ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Στη συνέχεια το Δικαστήριο τονίζει ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει προδήλως ότι οι χρηματοοικονομικοί όροι των επίμαχων τίτλων καθορίστηκαν μονομερώς από την Ελληνική Δημοκρατία και όχι βάσει των όρων της αγοράς, οι οποίοι διέπουν την εμπορία των ως άνω χρηματοπιστωτικών μέσων και τις αποδόσεις τους. Αναφέρει, ότι ο ν. 4050/2012 για το «κούρεμα» και την ανταλλαγή των τίτλων εντάσσεται στο πλαίσιο της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, ειδικότερα δε της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, με σκοπό την αντιμετώπιση μιας σοβαρής χρηματοοικονομικής κρίσης, και προς τούτο εισήγαγε τη δυνατότητα ανταλλαγής των τίτλων στις επίμαχες συμβάσεις. Η δυνατότητα αυτή που εισήχθη με τον παραπάνω νόμο, δεν αποτελεί από μόνο του καθοριστικό στοιχείο ώστε να κριθεί ότι το Δημόσιο άσκησε τη δημόσια εξουσία του, αφού «δεν είναι προφανές ότι η θέσπιση του νόμου 4050/2012 είχε ευθέως και αμέσως ως αποτέλεσμα την τροποποίηση των χρηματοοικονομικών όρων των επίμαχων τίτλων και κατά συνέπεια προκάλεσε τη ζημία την οποία προβάλλουν οι ενάγοντες»[11].
  4. Οι προαναφερθείσες σκέψεις χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Και τούτο διότι το Δικαστήριο δεν αναδεικνύει ως καθοριστικό στοιχείο/κριτήριο την τροποποίηση των όρων που επήλθε στα ελληνικά κρατικά ομόλογα με το ν. 4050/2012, προκειμένου να αποδεχθεί κατόπιν την ύπαρξη (ή μη) άσκησης δημόσιας εξουσίας. Αντιθέτως, δέχεται ότι η τροποποίηση αυτή επρόκειτο να επέλθει μετά την απόφαση της πλειοψηφίας των ομολογιούχων βάσει της σχετικής ρήτρας που εισήγαγε ο εν λόγω νόμος, επιβεβαιώνοντας την πρόθεση της Ελληνικής Δημοκρατίας να παραμείνει η διαχείριση των δανείων σε ρυθμιστικό πλαίσιο αστικού δικαίου, δηλαδή στο πλαίσιο της συναίνεσης ή μη των συμμετεχόντων ιδιωτών (θεσμικών, ιδιωτών και λοιπών επενδυτών). Μολονότι η θέση αυτή εκ πρώτης όψεως ξενίζει, καθώς η θέσπιση ενός ειδικού και συγκεκριμένου κανόνα που αποσκοπεί στη μονομερή επέμβαση στο καθεστώς των εκδοθέντων ομολόγων φαίνεται να ανάγεται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, εντούτοις μια προσεκτική ματιά στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει τη συνέπεια της διατυπωθείσας θέσης του στην εδώ σχολιαζόμενη απόφαση. Το κριτήριο διάκρισης αφενός μεν μεταξύ αστικών ή εμπορικών υποθέσεων και αφετέρου μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας δεν είναι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου το οργανικό[12], αλλά εκείνο που θεμελιώνεται στην άσκηση ή μη, από την εμπλεκόμενη δημόσια αρχή, προνομίων εξουσίας. Υπό το πρίσμα αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην ψήφιση του ως άνω νόμου, βάσει του οποίο διαμορφώθηκε μονομερώς το πλαίσιο εντός του οποίου θα γινόταν το «κούρεμα» και η ανταλλαγή των ομολόγων, χωρίς όμως το ίδιο να συμμετέχει στη διαδικασία αυτή της ψηφοφορίας, γεγονός που οδήγησε το Δικαστήριο στην αποδοχή της άποψης ότι δεν υφίσταται για την εμπλεκόμενη δημόσια αρχή άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας[13]. Έτσι, καταλήγει στο συμπέρασμα «ότι αγωγές περί ανορθώσεως της ζημίας […] κατά του κράτους που εξέδωσε τα ομόλογα αυτά [δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου], εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού στο μέτρο που δεν προκύπτει ότι οι αγωγές αυτές προδήλως δεν υπάγονται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις». Με τον τρόπο αυτό το ΔικΕΕ απορρίπτει την άσκηση δημόσιας εξουσίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου με βάσει τα ανωτέρω, δίνοντας στους Γερμανούς ομολογιούχους τη δυνατότητα να προβούν στις επιδόσεις των αγωγών τους κατά της εναγόμενης Ελληνικής Δημοκρατίας.
  5. Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθούμε εν συντομία και στο ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας των αιτούντων γερμανικών δικαστηρίων, τα οποία μέχρι σήμερα έχουν απορρίψει ως απαράδεκτες, ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας[14], το σύνολο των αγωγών Γερμανών ομολογιούχων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επικαλούμενες προς τούτο την αρχή του δημόσιου διεθνούς δικαίου περί ετεροδικίας των κρατών (extraterritoriality) ή άλλως της κρατικής τους ασυλίας (state immunity)[15]. Προσφάτως, το Ανώτατο Αυστριακό Ακυρωτικό Δικαστήριο (Oberster Gerichtshof) απεφάνθη ότι το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να εναχθεί ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων[16], δεχόμενο ότι υφίσταται «αστική και εμπορική υπόθεση», υπαγόμενη στο άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού «Βρυξέλλες Ι», καθώς η άντληση κεφαλαίων μέσω της έκδοσης κρατικών ομολόγων δεν θίγει την κυριαρχία του κράτους, ούτε εντάσσεται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας (acta iure imperii), αφού η συγκεκριμένη αρχή δεν ισχύει για πράξεις που ενεργεί το Δημόσιο ως fiscus στα πλαίσια των ιδιωτικού δικαίου σχέσεών του (acta jure gestionis). Και εδώ, το Αυστριακό Ακυρωτικό ήρθε να ανατρέψει προηγηθείσες δικαστικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, οι οποίες είχαν απορρίψει -όπως και οι γερμανικές- αγωγή ομολογιούχου ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας, επικαλούμενες την αρχή της ετεροδικίας των κρατών. Με βάση τα προαναφερόμενα φαίνεται να ανοίγει ο δρόμος για την εκδίκαση των αγωγών που έχουν καταθέσει Αυστριακοί και Γερμανοί ομολογιούχοι έναντι του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον των γερμανικών / αυστριακών δικαστηρίων, βάσει των ειδικών διατάξεων δωσιδικίας του Κανονισμού «Βρυξέλλες Ι», χωρίς η Ελληνική Δημοκρατία να μπορεί να επικαλεστεί εν προκειμένω την αρχή της ετεροδικίας.

[1] Με τίτλο: «Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων», ΦΕΚ/Α/36/23.2.2012.

[2] Με την υπ’ αριθμ. 5/24.02.2012 Πράξη του Υπουργικού Συμβούλου ορίστηκαν τα υπό ανταλλαγή ομόλογα, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) η από 24.02.2012 Πρόσκληση και Ενημερωτικό Δελτίο, με την οποία οι κάτοχοι των επιλεχθέντων ομολόγων καλούνταν να ανταλλάξουν τα ομόλογά τους με νέα ομόλογα. Συγκεκριμένα, για κάθε 1.000 Ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων δίδονται σε ανταλλαγή νέα ομόλογα έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 315 Ευρώ, Ομόλογα Πληρωμής PSI έκδοσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ./EFSF) ονομαστικής αξίας 15 Ευρώ και τίτλοι λογιζόμενου ποσού 315 Ευρώ, η απόδοση των οποίων θα συνδέεται με το Ακαθόριστο Εγχώριο Προϊόν. Η αποδοχή της πρόσκλησης αυτής από την πλειοψηφία των ομολογιούχων (2/3 επί του συμμετέχοντος κεφαλαίου, το οποίο πρέπει να αποτελεί τουλάχιστον το 1/2 του συνολικά ανεξόφλητου κεφαλαίου όλων των επιλέξιμων τίτλων) θα είχε ως συνέπεια ότι όλοι οι κάτοχοι των επίμαχων ΟΕΔ θα έχαναν τους τίτλους τους και θα λάμβαναν, αντ’ αυτών, ομόλογα και τίτλους μικρότερης ονομαστικής αξίας και πολύ μακρότερης λήξης (από το 2023 έως του 2042).

[3] Για μια παρουσίαση του εν λόγω ζητήματος, το οποίο δεν πρέπει να θεωρείται λήξαν, βλ. Τσιμπανούλη, Οι ρήτρες συλλογικής δράσης του προγράμματος ανταλλαγής ομολόγων ελληνικού δημοσίου κατά το Ν. 4050/2012 υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, Τιμ. Τόμ. Δρυλλεράκη, 2015, σελ. 303 επ. Επίσης, για τις ΡΣΔ, Παυλίδης, Οι ρήτρες συλλογικής δράσης στις κρατικές ομολογιακές εκδόσεις, ΔΕΕ 2010, 769 επ.

[4] Μεταξύ άλλων το Πρωτοδικείο Βισμπάντεν (Landgericht Wiesbaden) και το Πρωτοδικείο Κιέλου (Landgericht Kiel).

[5] Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 «περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου», ΕΕ 10.12.2007, L 324/79. Σχετικά, Heiderhoff, EG-ZustVO 2007, σε: Rauscher (Hrsg.), Europäisches Zivilprozess- und Kollisionsrecht EuZPR/EuIPR, Bd 2, 20154, σελ. 755 επ· Αρβανιτάκης, Πρόσφατες εξελίξεις στο δίκαιο των διασυνοριακών επιδόσεων: ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007, ΕΠολΔ 2009, 710 επ.

[6] Να σημειωθεί ότι ο εν λόγω Κανονισμός δεν ορίζει το περιεχόμενο και την έκταση εφαρμογής ούτε της έννοιας των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» ούτε της έννοιας των acta jure imperii.

[7] Βλ. σχετικά και τη σκ. 36 των Προτάσεων του Γενικού Εισαγγελέα Yves Bot της 9ης Δεκεμβρίου 2014: «τα ερωτήματα τα οποία τίθενται στις υποθέσεις C‑226/13, C‑245/13 και C‑247/13 και τα οποία σχετίζονται με τον τύπο που πρέπει να περιβάλλεται η επίδοση των εισαγωγικών δίκης εγγράφων προς τον εναγόμενο αποτελούν προκαταρκτικά ζητήματα των οποίων η επίλυση είναι αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως επί των κύριων ενδίκων διαφορών».

[8] Βλ. και την παρόμοια αναφορά στην αιτιολογική σκέψη 10 του ιδίου Κανονισμού, σύμφωνα με την οποία: «Χάριν αποτελεσματικότητος του παρόντος κανονισμού, η άρνηση της επίδοσης ή της κοινοποίησης πράξεων θα πρέπει να είναι δυνατή σε εξαιρετικές μόνο καταστάσεις».

[9] Απόφ. 15.5.2003, υπόθ. C‑266/01, Préservatrice foncière TIARD, EU:C:2003:282, σκ. 30· απόφ. 15.2.2007, υπόθ. C‑292/05, Λεχουρίτου κ.λπ., EU:C:2007:102, σκ. 34, καθώς και απόφ. 14.10.1976, υπόθ. 29/76, LTU, EU:C:1976:137, σκ. 4.

[10] Ο οποίος είχε δεχθεί την άσκησης δημόσιας εξουσίας από το Ελληνικό Δημόσιο: «Ο όρος «αστική και εμπορική υπόθεση», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 … έχει την έννοια ότι δεν συμπεριλαμβάνει αγωγή διά της οποίας ιδιώτης κάτοχος ομολόγων εκδόσεως κράτους μέλους στρέφεται κατά του κράτους αυτού προς κατάγνωση ευθύνης του λόγω της ανταλλαγής των ομολόγων αυτών με ομόλογα μικρότερης αξίας, η οποία επιβλήθηκε στον εν λόγω ιδιώτη κατόπιν της εκδόσεως, από τον εθνικό νομοθέτη, νόμου ο οποίος τροποποίησε μονομερώς και αναδρομικώς τους όρους των ομολόγων προσθέτοντας σε αυτούς ρήτρα συλλογικής δράσεως επιτρέπουσα σε πλειοψηφία των κατόχων των ομολόγων να επιβάλει τέτοια ανταλλαγή στη μειοψηφία».

[11] Για την έννοια του «δημοσίου συμφέροντος» σε σχέση με το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, βλ. τις αποφάσεις 1116 & 1117/2014 της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ολΣτΕ), ΝοΒ 2014, 1698 επ, με σχόλιο Αργυρού = ΠειρΝομ 2014, 42 επ, με παρατ. Διαθεσόπουλου = Αρμ 2014, 815 επ, με παρατ. Καϊδατζή = ΕΔΚΑ 353 επ., βάσει των οποίων κρίθηκε υπέρ του Δημοσίου η συνταγματικότητα του «κουρέματος» των ΟΕΔ. Σχετικά, Λιναρίτη, Ζητήματα από την αντικατάσταση των άυλων ομολογιακών τίτλων του Δημοσίου – Παρατηρήσεις στις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 1116 & 1117/2014, ΧρηΔικ 2014, 212 επ∙ Μήτσου, Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (1116 και 1117/2014) αναφορικά με τη νομιμότητα της διαδικασίας «Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα» (“PSI”) στην απομείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, ΔΕΕ 2014, 1026 επ. Πρβλ. επίσης, Καραμπατζό, «Γυάλινα ομόλογα» και πιθανές αξιώσεις των ομολογιούχων – Μία πρώτη προσέγγιση, ΔΕΕ 2012, 294 επ.

[12] Βλ. για τις σχετικές αποφάσεις του ΔΕΚ (ΔικΕΕ), Τζάκα, Άρθρο 1, σε: Μπώλος/Τζάκας (Επιμ.), Το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο των Εξωσυμβατικών Ενοχών – ΚανΡ ΙΙ, 2014, αριθμ. 42, σελ. 56 επ.

[13] Άλλο είναι φυσικά το ζήτημα της πολιτικής διάστασης που προηγήθηκε της θέσπισης του ν. 4050/2012, δηλαδή της διαβούλευσης της τότε Ελληνικής Κυβέρνησης με τους θεσμικούς επενδυτές που συμμετείχαν στο PSI και κατείχαν τη μεγάλη πλειοψηφία των ομολόγων να συναινέσουν στην τροποποίηση των προαναφερόμενων όρων.

[14] Έτσι, OLG Schleswig, ZIP 2015, 1253· LG Koblenz, 07.05.2015 – 3 O 361/13 (αδημ.)· LG Osnabrück, 15.05.2015 – 7 O 2995/13 (αδημ.)· LG Konstanz, 19.11.2013 – 2 O 132/13 B (αδημ.).

[15] Σχετικά, Ρούκουνας, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, 2011, 426 επ.· Σαράντη, Η ετεροδικία του κράτους στο διεθνές δίκαιο: σύγχρονο καθεστώς και νέες τάσεις στο πεδίο των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, 2008, passim.

[16] OGH, 20.05.2014 – 4Ob227/13f, σε: GesRZ 2014, 333 = Zak 2014, 278 = EvBl‑LS 2014/138 = ÖBA 2014/2059 = Jus-Extra OGH-Z 5631 = ZFR 2014, 391 = RdW 2014, 529 = ZIK 2014, 240 = ZVR 2015, 75.