201811.28
Off
0

Διαιτησία / Arbitration – Απόφαση ΑΠ 1185/2017

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/ 1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση δικονομικής (και όχι ουσιαστικής) διάταξης [Ολ ΑΠ 12/2000]. Είναι δε ουσιαστικού δικαίου οι διατάξεις των άρθρων 897 και 900 ΚΠολΔ, αφού ο εσφαλμένος αποκλεισμός της εφαρμογής τους, συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας ιδιωτικού δικαιώματος για την ακύρωση διαιτητικής αποφάσεως.

Κατά το άρθρο 3 ΝΔ 3560/1956: «1. Κυρούται η από 30 Ιουλίου 1956 υπογραφείσα σύμβασις μεταξύ του Δημοσίου και του … «περί Αεροπορικών Συγκοινωνιών». 2. Πάσαι αι διατάξεις της κατά τα ανωτέρω κυρουμένης συμβάσεως αποκτώσιν ισχύν Νόμου, δύνανται δε να τροποποιώνται ή καταργώνται διά συμφωνίας μεταξύ του αναδόχου και του Δημοσίου … κυρουμένης διά Β. Δ/τος …». Εξάλλου, σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση: «Το Δημόσιον παραχωρεί εις τον Ανάδοχον διά χρονικόν διάστημα είκοσι ετών … 1. Το προνόμιον της αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως πασών των υπό Ελληνικήν σημαίαν αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού … 2. Το προνομιακόν δικαίωμα της δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως … των προσγειουμένων εις Ελληνικούς αερολιμένας ξένων αεροσκαφών … 3. Το προνόμιον της αποκλειστικής μεταφοράς του αεροπορικού ταχυδρομείου … 4. Το προνόμιον της αποκλειστικής εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως του εν άρθρ. 17 της παρούσης προβλεπομένου συνεργείου….» (άρθρο. 1). «1. Ο Ανάδοχος υποχρεούται, όπως εντός τριών μηνών από της κυρώσεως της παρούσης συμβάσεως και υπό τους όρους αυτής και τους Ελληνικούς Νόμους, συστήσει Ελληνικήν Ανώνυμον Εταιρείαν με έδραν τας Αθήνας και με σκοπόν την υπό τους όρους της Συμβάσεως εκμετάλλευσιν των εν άρθρ. 1 παραχωρουμένων εις αυτόν προνομίων και αποκλειστικών δικαιωμάτων … 3. Η κατά τα διατάξεις της παρούσης συμβάσεως συσταθησομένη Ανώνυμος Εταιρεία θα υποκατασταθεί από της συστάσεώς της αυτοδικαίως και άνευ εγγράφου εκχωρήσεως ή άλλης οιασδήποτε διατυπώσεως εις άπαντα ανεξαιρέτως τα εκ της παρούσης συμβάσεως απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αναδόχου. Όπου εν τη παρούση συμβάσει γίνεται λόγος περί του αναδόχου νοείται από της συστάσεώς της, η ανωτέρω εταιρεία» (άρθρο 2), συστήθηκε δε σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου τούτου η «… Α.Ε.», η οποία και υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στη θέση του αναδόχου. Κατά δε το άρθρο 27 της συμβάσεως, «1. Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, δι’ ας προβλέπεται εν τη παρούση έτερος τρόπος ρυθμίσεως, πάσα διαφορά, διένεξις ή διαφωνία, αναφυομένη μεταξύ του Δημοσίου και του αναδόχου εκ της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως, και όπου ακόμη, ειδικώς δεν προβλέπεται περί αυτής εν τη παρούση, αφορώσα την εκτέλεσιν ή ερμηνείαν των όρων αυτής, την έκτασιν των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενικώς οιονδήποτε ζήτημα προκύπτον εκ της παρούσης συμβάσεως, λύεται αποκλειστικώς διά διαιτησίας εκ πέντε διαιτητών κατά την ακόλουθον διαδικασίαν. … 7. Η απόφασις των διαιτητών είναι οριστική, τελεσίδικος και αμετάκλητος, μη υποκείμενη εις τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον. Κατ’ αυτής δεν χωρεί ακυρωτική της διαιτησίας αγωγή, ουδ’ ανακοπή κατά του εντάλματος εκτελέσεως». Εξάλλου, η ισχύς της ανωτέρω Συμβάσεως παρετάθη με δύο νεώτερες συμβάσεις, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 4262/1962 και το ΒΔ 862/1966 μέχρι της 6-10-1986 και «επί είκοσι ακόμη έτη από της λήξεώς της», αντιστοίχως. Με βάση το κείμενο της παραπάνω συμφωνίας και του κυρωτικού αυτής νόμου, κυρίως δε, με βάση τον επιδιωχθέντα δι’ αυτής σκοπό και τα μέσα που προβλέφθηκε ότι θα χρησιμοποιούντο για την επίτευξή του, είναι σαφές ότι, ανεξάρτητα από την επιλεγείσα μεθοδολογία και φρασεολογία, προέχον στοιχείο της όλης ρυθμίσεως, είναι ο νομοθετικός χαρακτήρας αυτής και όχι εκείνος της συμβατικής σχέσεως ιδιωτικού δικαίου. Τούτο δε, διότι το κύριο έννομο αποτέλεσμα των ως άνω νομικών πράξεων (αρχικής συμφωνίας και κύρωσης αυτής με νόμο και των παρατάσεών της), ήταν η εκ μέρους ιδιωτών απόκτηση δικαιώματος μονοπωλιακής εκμετάλλευσης μέρους ενός οικονομικού τομέα (των υπό ελληνική σημαία αερομεταφορών), πράγμα που δεν θα ήταν νομικώς επιτρεπτό να γίνει χωρίς τυπικό νόμο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 ΕισΝΚΠολΔ «οι διατάξεις συμβάσεων για διαιτησία διαφορών ιδιωτικού δικαίου που είναι κυρωμένες με νόμο, εξακολουθούν να ισχύουν, όπως και οι διατάξεις των νόμων που τις τροποποιούν ή τις συμπληρώνουν. Στις διαιτησίες που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού εφαρμόζονται τα άρθρα 868 επ. ΚΠολΔ, εφόσον δεν είναι αντίθετα προς τις διατάξεις της συμβάσεως ή των νόμων που την τροποποιούν ή την συμπληρώνουν».

Συνεπώς, η χωρίς αυξημένη τυπική ισχύ (ΑΠ 1684/1986) διάταξη του άρθρου 900 ΚΠολΔ, κατά την οποία είναι άκυρη η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης αγωγής για την ακύρωση διαιτητικής απόφασης πριν από την έκδοσή της και η οποία, σύμφωνα με την αμέσως πιο πάνω διάταξη, αφενός μεν εφαρμόζεται στις διαιτησίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφετέρου δε μπορεί να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί με διάταξη σύμβασης που κυρώθηκε με νεώτερο νόμο και να αποκλεισθεί έτσι το δικαίωμα άσκησης από τα συμβληθέντα μέρη της ακυρωτικής αγωγής του άρθρου 897 ΚΠολΔ κατά διαιτητικής απόφασης, αρκεί τούτο να προκύπτει ρητώς ή έστω σιωπηρώς πλην όμως σαφώς, κατά τα προδιαληφθέντα. Ο εκ των προτέρων δε αυτός συμβατικός αποκλεισμός, που καλύπτεται νομοθετικά, δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού αφενός μεν οι ενδιαφερόμενοι δεν στερούνται του φυσικού δικαστή χωρίς την θέλησή τους (ενόψει μάλιστα του ότι επιτρέπεται από το ισχύον Σύνταγμα η διαιτητική επίλυση των διαφορών ακόμη και για το Ελληνικό Δημόσιο), αφετέρου δε το δημόσιο δικαίωμα κάθε προσώπου για ακρόαση και έννομη προστασία από τα δικαστήρια παρέχεται με την επιφύλαξη «όπως ο νόμος ορίζει». Άλλωστε η διαιτησία συνιστά η ίδια απονομή δικαιοσύνης καλυπτόμενη από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 356/1991, ΑΠ 1684/1986). Πάντως, όταν συμβαλλόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η εκ των προτέρων παραίτηση αυτού από την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου, δυνάμει σχετικού συμβατικού όρου που κυρώθηκε νομοθετικά, για να είναι έγκυρη και να επιφέρει έννομα αποτελέσματα, επιβάλλεται από το νόμο να διατυπώνεται ρητά και ουδέποτε μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς (πρβλ ΑΠ 1532/2009). Συνακόλουθα τούτων, η ρύθμιση του άρθρου 27 παρ. 7 της από 30-7-1956 συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της «… Α.Ε.», η οποία κυρώθηκε με νόμο και με την οποία ρητά τα συμβαλλόμενα μέρη παραιτήθηκαν από το δικαίωμα εγέρσεως ακυρωτικής αγωγής κατά της εκδοθησομένης διαιτητικής αποφάσεως, υπερισχύει ως ειδική της αντίθετης, αλλά γενικής ρυθμίσεως του άρθρου 900 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπάρχει σαφής παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή είναι «εν λευκώ», δηλαδή ότι τα μέρη ήθελαν να παραιτηθούν από το δικαίωμα της ακυρωτικής αγωγής ακόμη και στην περίπτωση που η διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε ούτε καν σύμφωνα με τους όρους, με την επιφύλαξη των οποίων καταρτίσθηκε η συμφωνία που κυρώθηκε με νόμο. Τούτο δε, καθόσον η σχετική συμβατική ρύθμιση γίνεται με την αυτονόητη αίρεση εφαρμογής και στην έκταση που θα επακολουθήσει πραγματικά η εφαρμογή από τους διαιτητές των όρων αυτής.
Συνεπώς αυτή θα ήταν ισχυρή μόνον σε περίπτωση παράβασης ουσιαστικών ή δικονομικών διατάξεων και όχι στην περίπτωση παράβασης όρων και περιορισμών του ίδιου του κυρωτικού της νόμου. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ειδικός νόμος που κύρωσε την ένδικη συμφωνία και περιέλαβε διατάξεις και όρους για χάρη της ταχύτητας της διαιτητικής διαδικασίας, θυσιάζει ακόμη και την ανάγκη συμμόρφωσης της διαδικασίας αυτής με τους όρους και τους περιορισμούς που καθορίζει και περιέχει ο κυρωτικός νόμος, όπως π.χ. για την σύνθεση του διαιτητικού δικαστηρίου ή όταν η διαιτητική απόφαση παραβιάζει κανόνες αναγκαστικού δικαίου που εμπίπτουν στη ρύθμιση -όχι του άρθρου 3 ΑΚ- αλλά του άρθρου 33 ΑΚ (Ολομ. ΑΠ 14/2015), ήτοι κανόνες που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Με τη διάταξη του άρθρου 27 της μεταξύ του ενάγοντος και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε.» υπογραφείσας σύμβασης αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως των υπό ελληνική σημαία αερομεταφορών, το περιεχόμενο της οποίας κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ΝΔ 3560/1956 και έχει την ισχύ του τελευταίου, προβλέπεται η διαιτητική επίλυση κάθε διαφωνίας που αναφύεται μεταξύ των διαδίκων συμβαλλομένων μερών κατά την εφαρμογή της ένδικης σύμβασης παραχώρησης, και όπου ακόμη δεν προβλέπεται ειδικά περί αυτής, ως προς την εκτέλεση ή ερμηνεία των όρων της συμβάσεως, την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από αυτήν. Ειδικότερα με την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι η απόφαση των διαιτητών είναι οριστική, τελεσίδικη και αμετάκλητη και δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, δεν χωρεί δε κατ’ αυτής ακυρωτική της διαιτησίας αγωγή, ούτε ανακοπή κατά του εντάλματος εκτελέσεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατ’ εφαρμογή των όσων είχε εκθέσει στη μείζονα σκέψη το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ειδικής διαδόχου της «… Α.Ε.» ως προς το πτητικό έργο, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η 21/2009 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω απώλειας πελατείας κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι την 6-10-2006 εξαιτίας της πρόωρης λήξης της συμβάσεως παραχωρήσεως και εκμεταλλεύσεως του παλαιού αεροδρομίου στο Ελληνικό και της μεταφοράς και λειτουργίας του νέου στα Σπάτα Αττικής, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενόψει του ότι υπάρχει νόμιμη και έγκυρη συμβατική ρήτρα, που έχει κυρωθεί με τυπικό νόμο, με την οποία καθίστανται απρόσβλητες οι μεταξύ των διαδίκων εκδιδόμενες διαιτητικές αποφάσεις επί διαφορών που προέρχονται, όπως η ένδικη υπόθεση, από την ερμηνεία και εκτέλεση της από 30-7-1956 συμβάσεως παραχωρήσεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή υπάρχει ρητή παραίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου από το δικαίωμά του να ασκήσει την ακυρωτική αγωγή δυνάμει διατάξεως νόμου (ΝΔ 3560/1956), γεγονός που καθιστά απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 897 και 900 ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ρητή βούληση του αναιρεσείοντος, που πλην των τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων αποκλείει και την ακυρωτική αγωγή της διαιτητικής αποφάσεως. Ενόψει αυτών είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 και 8 παρ. 1 του Συντάγματος, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο κατά τα άνω εκ των προτέρων συμβατικός αποκλεισμός του δικαιώματος προσβολής ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων των διαιτητικών αποφάσεων δεν προσκρούει ούτε στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1, ούτε σ’ αυτή του άρθρου 20 παρ. 1. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, ο εκ των προτέρων συμβατικός αποκλεισμός του δικαιώματος προς άσκηση της ακυρωτικής αγωγής του άρθρου 897 ΚΠολΔ κατά διαιτητικής απόφασης, που καλύπτεται νομοθετικά, δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού αφενός μεν οι ενδιαφερόμενοι δεν στερούνται του φυσικού δικαστή χωρίς την θέλησή τους (ενόψει μάλιστα του ότι επιτρέπεται από το ισχύον Σύνταγμα η διαιτητική επίλυση των διαφορών ακόμη και για το Ελληνικό Δημόσιο), αφετέρου δε το δημόσιο δικαίωμα κάθε προσώπου για ακρόαση και έννομη προστασία από τα δικαστήρια παρέχεται με την επιφύλαξη «όπως ο νόμος ορίζει». Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επάλληλη σκέψη απορρίψεως της αγωγής ακυρώσεως λόγω αντιθέσεως της διαιτητικής αποφάσεως στη δημόσια τάξη, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, παρίσταται ως αλυσιτελής, εφόσον, μετά την απόρριψη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, για αποκλεισμό του δικαιώματος προσβολής ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων της ένδικης διαιτητικής αποφάσεως, δεν παρέχεται έδαφος ελέγχου αυτής για αντίθεσή της στη δημόσια τάξη. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη κατ’ άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.